«Είναι όλα ένα ψέμα. Είναι του μυαλού μας ροκανίδια. Είναι οι ταμπέλες που κακώς βάζουμε στον εαυτό μας και άδικα μας περιορίζουν»

(Μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με την ηθοποιό Νεκταρία Γιαννουδάκη)

Είναι η τηλεοπτική «Σοφία», που αγαπήσαμε φέτος μέσα από τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά του Alpha «Σασμός». Είναι η ψυχαναλύτρια της σειράς και μητέρα της «Στέλλας». Είναι αστή, αυστηρή και με καταγωγή από την Αθήνα. Βρίσκεται σε μια διαρκή, με χιουμοριστικούς τόνους, σύγκρουση με τον «Τάσο» τον σύζυγό της, που θεωρεί πως τίποτα δεν κάνει καλά. Αυτή την περίοδο, έχει ταράξει τα νερά της οικογένειάς της, με την απιστία της και οι πράξεις της σε τίποτα δεν θυμίζουν την έντιμη συμβουλάτορα και ψυχαναλύτρια, που τίποτε δεν έκανε λάθος.  

Τηλεοπτικά, μας είχε αφήσει από το μακρινό 2005, τότε που τη γνωρίσαμε μέσα από τις «Μάγισσες της Σμύρνης». Φέτος, με τη δυναμική της παρουσία, ήρθε να βάλει τους δικούς της όρους και να διαγράψει ξανά τη δική της πορεία.

Η Νεκταρία Γιαννουδάκη γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου του 1973 στα Χανιά, λίγο έξω από την παλιά πόλη. Μεγάλωσε μέσα στην ομορφιά της Κρήτης και τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε πίσω από τη τζαμαρία του εμποροραφείου του πατέρα της, ο οποίος υπήρξε ράφτης της καλής κοινωνίας των Χανίων. Πάρα τα χρωματιστά και γεμάτα υφασμάτινές εικόνες, παιδικά της χρόνια, πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι η υποκριτική, ήταν ο μονόδρομος της ζωής της. Έτσι, αποφάσισε να εγκαταλείψει το όμορφο ελληνικό νησί και να βάλει πλώρη για την Αθήνα, με το πρόσχημα των σπουδών στη γαλλική φιλολογία. Παράλληλα, με τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σπούδασε στην Ανωτέρα δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε με άριστα και μάλιστα κερδίζοντας τιμητική υποτροφία.

Η πρώτη της παράσταση ήταν στη Νέα Υόρκη για το Next wave festival στο Β.Α.Μ σε σκηνοθεσία Β. Καλλίτση και χορογραφίες Αποστολίας Παπαδαμάκη “The Mysteries of Eleussis”. Λίγο αργότερα ο κόσμος την απόλαυσε, ως Ιέρεια στην Τελετή Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας, ενώ άμεσα έπαιξε στο Ηρώδειο, κρητικό θέατρο.

Λίγο πριν τη λήξη της φετινής σεζόν, την απολαύσαμε θεατρικά στο «Τρίτο Στεφάνι», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Η Νεκταρία Γιαννουδάκη βρέθηκε επί σκηνής, σε μία συγκλονιστική παράσταση με τις Μαρία Κίτσου, Μαρία Καβογιάννη και έναν θίασο 20 εξαιρετικά ταλαντούχων ηθοποιών, στο θέατρο Παλλάς. Παράλληλα, έπαιζε στην παράσταση «Τρωίλος και Χρυσηίδα» στο θέατρο Αργώ με την Αιμιλία Υψηλάντη, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Κοέν.

Φέτος, στην πρώτη της επαγγελματική σκηνοθετική απόπειρα, σκηνοθέτησε το έργο «Dalida, τραγουδώντας μέχρι το τέλος» με την Εύα Κοτανίδη στο Μέγαρο Μουσικής, στην αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Η παράσταση μάλιστα, θα επαναληφθεί από τις 28-31 Μαρτίου.

Σε νέα σχέδια η αγαπημένη ηθοποιός θα βρεθεί από τον Οκτώβριο στην παράσταση «Ντα», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, στο θέατρο Ιλίσια και ανάμεσα σε λατρεμένους πρωταγωνιστές, όπως ο Γρηγόρης Βαλτινός, ο Γιώργος Σουξές, η Μαρία Καλλιμάνη, ο Στρατής Χατζησταματίου και άλλοι.  

Εκτός του βαριά φορτισμένου καλλιτεχνικού της προγράμματος η Νεκταρία Γιαννουδάκη, εδώ και αρκετά χρόνια εκτελεί χρέη καθηγήτριας υποκριτικής και ορθοφωνίας στη δραματική σχολή ΙΑΣΜΟΣ του Βασίλη Διαμαντόπουλου. «Η διδασκαλία είναι κάτι που λατρεύω, θεωρώ ιερό και μέσα από αυτό γίνομαι και εγώ καλύτερη. Η ανταλλαγή αυτή με τους μαθητές είναι κάτι το καταπληκτικό»

Πότε αποφασίσατε να εγκαταλείψετε τα Χανιά και να έρθετε στην ελληνική πρωτεύουσα;

Οι γονείς μου υπήρξαν αρκετά αυστηροί, οπότε σκέφτηκα ένα καλό σχέδιο για να εγκαταλείψω την Κρήτη. Έτσι, λοιπόν έφυγα με τις ευλογίες τους ως φοιτήτρια. Προσπάθησα, δηλαδή, να περάσω σε μία σχολή που δεν βρίσκονταν στην Κρήτη και βρέθηκα να σπουδάζω γαλλική φιλολογία στην Αθήνα. 2-3 χρόνια μετά, διακριτικά πέρασα και στη δραματική σχολή.

Πως καταφέρνατε να πληρώνετε τη δραματική σχολή και να βγάζετε τα προς το ζην;

Έχω περάσει από πάρα πολλές δουλειές με σκοπό να βγάζω τα έξοδα της σχολής του θεάτρου, μιας και οι γονείς μου δεν είχαν ιδέα ότι υπήρξα και φοιτήτρια της δραματικής. Καθυστέρησα να τους μιλήσω, διότι γνώριζα την αρνητική αντίδραση. Έβγαζα τα προς το ζην με ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών σε παιδιά, μοιράζοντας φυλλάδια ή με παιδικά πάρτι κλόουν. Έχω ντυθεί από Άριελ και Εσμεράλδα, μέχρι και Τουίτι.

Πως αντέδρασαν οι γονείς σας, όταν έμαθαν πια ότι η κόρη τους θα ακολουθήσει τον θεατρικό δρόμο;

Αγχώθηκαν. Μάλιστα, φοβήθηκαν να το πουν στον παππού μου και του είπαν, πως η Νεκταρία πήγε σε μία σχολή για να μάθει να λέει τις ειδήσεις! Ωστόσο, σταδιακά τους έπεισα, μιας και ξεκίνησα να κάνω καλές συνεργασίες

Ήταν πάντοτε το θέατρο η αγάπη σας; Μεγαλώσατε κοντά στο θέατρο; Είχατε κάποια πρότυπα;

Όχι, ούτε καλλιτεχνικές καταβολές υπήρξαν. Χωρίς καλά-καλά να ξέρω τι ακριβώς είναι το θέατρο, ήθελα να παίξω σε αυτό. Δεν ήταν ούτε και οι ηθοποιοί στην τηλεόραση που με έκαναν να αγαπήσω το σανίδι. Ήταν μία άλλη βαθύτερη ανάγκη μου. Θυμάμαι μικρή που έπρεπε τα μεσημέρια να κοιμάμαι σε έναν χώρο, που εκεί βρίσκονταν η ασπρόμαυρή μας τηλεόραση. Ωστόσο, εγώ δεν κοιμόμουν και θυμάμαι τον εαυτό μου με ένα ροζ κουβερτάκι και χρησιμοποιώντας την ασπρόμαυρη τηλεόραση ως καθρέπτη, έκανα διάφορες κινήσεις με τα χέρια μου και παρακολουθούσα τις πτυχώσεις, που έκανε το ύφασμα. Επίσης, θυμάμαι στην 1η γυμνασίου, να μπαίνει στην αίθουσα μία πανέμορφη καθηγήτρια με απίστευτο παράστημα, που μοσχοβολούσε πούδρα. Η γυναίκα, άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα θρανία, να ανοίγει την Οδύσσεια και να μας διαβάζει με τρόπο θεατρικό τα κείμενα και με τα τακούνια της να κάνουν ήχο, σαν από κάποιο κρουστό, με θυμάμαι να μουδιάζω ολόκληρη. Εκεί είπα «αυτό θέλω να κάνω», που δεν ήταν όμως η εκπαίδευση, αλλά η απαγγελία, η υποκριτική, η ανάγνωση σπουδαίων κειμένων.

Η πρώτη σας δουλεία, τα «Ελευσίνια μυστήρια», ήταν στη Νέα Υόρκη Πως βρεθήκατε εκεί;

Πέρασα από οντισιόν. Ήταν μία παράσταση που πραγματοποιήθηκε το 1999 στο Music Academy of Brooklyn.  Έκαναν 7 οντισιόν για να βρουν την ελληνική ομάδα. Ήταν μια παράσταση στην οποία βρίσκονταν καλλιτέχνες από ολόκληρο τον κόσμο. Για παράδειγμα, την Περσεφόνη ενσάρκωσε μία φλαμένγκο χορεύτρια από την Ισπανία, η Λόλα Γκρέκο ή ο Άδης, ήταν ένας Γερμανός ηθοποιός. Μάλιστα, υπήρχε μέσα ακόμα και κινέζικη όπερα. Ήταν ένα πολυπολιτισμικό θέατρο, μία παράσταση που ήθελε να ενώσει όλους τους πολιτισμούς.

Ύστερα από αυτή την παράσταση, γιατί δεν παραμείνατε στη Νέα Υόρκη;

Αυτό είναι άτι που μετανιώνω. Θα ήθελα να παραμείνω και να εξελίξω τις σπουδές μου, όμως βάλλομαι από το σύνδρομο του καλού παιδιού και αυτό έχει πάντα τίμημα. Επέστρεψα για τους δικούς μου και την οικογένεια μου.

Παρά τη δυναμική παρουσία στο θέατρο, για πολλά χρόνια δεν σας βλέπαμε στη μικρή οθόνη. Ήταν συνειδητή η επιλογή; 

Στην πρώτη μου επαφή με την τηλεόραση, κάτι δεν μου πήγε πάρα πολύ καλά, κάτι δεν μου ταίριαξε. Η αλήθεια είναι ότι δεν πέρασα και πολύ όμορφα. Η τηλεόραση, απαιτεί τρομερές ταχύτητες που εκείνη τη στιγμή δεν μου πήγαιναν. Ακόμα αντιμετώπισα αυτό το μέσο με πάρα πολύ άγχος και πολύ σύντομα αποφάσισα, ότι δεν μου ταιριάζει. Έβαλα την ταμπέλα  στον εαυτό μου, πως είμαι θεατρική ηθοποιός και δεν την κυνήγησα ξανά. 

Βάλατε ταμπέλα στον εαυτό σας… Ήταν τελικά η σωστή επιλογή; Πιστεύετε, υπάρχει ουσιαστικός διαχωρισμός θεατρικών και εμπορικών ηθοποιών;

Είναι όλα ένα ψέμα. Είναι του μυαλού μας ροκανίδια. Είναι οι ταμπέλες που κακώς βάζουμε στον εαυτό μας και άδικα μας περιορίζουν.

Τι άλλαξε από αυτή την ταμπέλα, μέχρι και τη σημερινή παρουσία σας μέσα από τη συχνότητα του ALPHA;

Να ναι καλά η καραντίνα, που ήρθε και τελικά ακύρωσε όλα όσα είχα σχεδιάσει. Κοίταξα πάρα πολύ, κυριολεκτικά, το ταβάνι, μπήκα σε έναν δικό μου εσωτερικό διάλογο, ξεκίνησα να σπουδάζω κάτι τελείως διαφορετικό, για να εξελίξω τις σπουδές μου και ανάμεσα σε όλες τις σκέψεις μου, είπα πως θα ήθελα πολύ να είμαι σε μία καλή σειρά, μιας και το μόνο πράγμα που δεν είχε σταματήσει ήταν τα τηλεοπτικά γυρίσματα. Επίσης, το χρωστάμε στην Μιράντα Ρωσταντή, τόσοι ηθοποιοί του θέατρου που μπήκαμε στην τηλεόραση. Είναι ένας άνθρωπος, που έδωσε βήμα και χώρο σε εμάς. Γενικά, πιστεύω ότι όλοι οι ηθοποιοί χρωστάμε στις «Άγριες Μέλισσες», είτε παίξαμε σε αυτή τη σειρά, είτε όχι. Βοήθησε στο να γίνουν σήριαλ και να ασχοληθούν ξανά τα κανάλια με τη μυθοπλασία.

Όταν μάθατε για τη νέα σειρά του ALPHA τον «Σασμό», ήταν γνώριμη η λέξη; Σκεφτήκατε πως εκεί, θα γίνονταν πραγματικά κάτι πολύ ωραίο;

Η αλήθεια είναι, ότι πολύ πριν μάθω για τη σειρά, είχα ακούσει κάτι στην επικαιρότητα, το οποίο με τάραξε. Είχε να κάνει με μία βεντέτα. Τότε σκέφτηκα, να κάνω μία έρευνα γύρω από τις βεντέτες στην Κρήτη και άρχισα να παίρνω διάφορα βιβλία. Ξεκίνησε λοιπόν να αναπτύσσεται στο μυαλό μου η ιδέα να κάνω μία μικρή τραγωδία γύρω από τη βεντέτα και τον σασμό. Είχα λοιπόν στο μυαλό μου να κάνω μία παράσταση, που θα ονομάζεται «Σασμός». Μάλιστα είχα βρει και εγκληματολόγο, για να κάνει έρευνα. Αυτό το μοιράστηκα με έναν φίλο μου, ο οποίος με οδήγησε στο βιβλίο του Σπύρου Πετρουλάκη «Σασμός» και αφού προμηθεύτηκα το βιβλίο, ενημερώθηκα, πως θα γινόταν σειρά στον Alpha, βασισμένη στο μυθιστόρημά του Σπύρου Πετρουλάκη. Επομένως,  άρχισα να αποχαιρετώ τη συγκεκριμένη ιδέα, τουλάχιστον για κάποια χρόνια, και ευχόμουν να βρεθώ στη συγκεκριμένη σειρά. 

Πως ήρθε σε εσάς η πρόταση για τη σειρά;

H Μιράντα Ρωσταντή μαζί με τον σκηνοθέτη της σειράς τον Κώστα Κωστόπουλο, με κάλεσαν, να συζητήσουμε για έναν ρόλο. Έκανα λοιπόν το κάστινγκ και από εκεί και έπειτα δεν είχα νέα τους και όπως καταλαβαίνεις περίμενα σε ανάμενα κάρβουνα. Όμως, μάλλον μου το φυλούσαν για έκπληξη μιας και ήμουν από τους τελευταίους ρόλους που έκλεισαν.

Ήταν ο ρόλος της «Σοφίας» αυτός τον οποίο ονειρευόσασταν εξαρχής;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Εγώ σε αυτό το κάστινγκ είχα πάει με ένα μαύρο μαντήλι, διότι νόμιζα πως θα κάνω κάποιο δραματικό ρόλο, μία γυναίκα που πενθεί. Όταν μου δόθηκε η «Σοφία», μία αστή δηλαδή, στην αρχή μου κακοφάνηκε, όμως στην πορεία αγάπησα το συγκεκριμένο ρόλο πάρα πολύ. 

Τι σας κέρδισε στο «Σασμό»;

Αρχικά με είχε κερδίσει το βιβλίο. Όταν όμως έμαθα τους συντελεστές και τους φοβερούς ηθοποιούς, μαγεύτηκα. Όταν έμαθα, ότι θα είναι ο Δημήτρης Ήμελλος, η Μαρία Πρωτόπαπα, ο Ορφέας Αυγουστίδης, η Μαρία Τζομπανάκη και όλοι οι άλλοι σπουδαίοι και εκλεκτοί συνάδελφοι, είπα αμέσως πως «πάμε για κάτι πάρα πολύ καλό».

Είχατε συνεργαστεί στο παρελθόν με κάποιους από τους συναδέλφους σας από τον «Σασμό»;

Με τον Δημήτρη Λάλο, είχαμε συνεργαστεί σε μία ταινία μικρού μήκους του Νικόλα Κολοβού. Επίσης, έχω συνεργαστεί με την Μαρία Τζομπανάκη στις «Μάγισσες της Σμύρνης», με τον Στάθη Μαντζώρο παίζαμε στο «Τρίτο Στεφάνι», με την Μαρία Πρωτόπαπα βρισκόμασταν κατά το παρελθόν στο ίδιο θέατρο σε διαφορετικές παραστάσεις και με τον Δημήτρη Ήμελλο είχαμε διδάξει στην ίδια θεατρική σχολή, όπως επίσης βρισκόμασταν μαζί και σε κάποια σεμινάρια, στα οποία ο Δημήτρης μετέφραζε από τα ρωσικά, μιας και γνωρίζει τη γλώσσα πολύ καλά.

Στη σειρά βρισκόμαστε στο σημείο, που η Σοφία τα έχει κάνει μαντάρα. Εξαρχής την είχαμε δει να κατηγορεί την κόρη της, που ερωτεύτηκε τον λάθος άνδρα, όμως πέφτει και εκείνη στην ίδια παγίδα. Πως το δικαιολογείτε; 

Ανταλλάξαμε ρόλους. Θα δούμε ότι η «Στέλλα» μου κάνει η μαμά, με μαλώνει και με στήνει στον τοίχο. Πολύ συχνά βλέπουμε το σωστό και το λάθος στους άλλους, όμως δεν αναγνωρίζουμε τα δικά μας λάθη και τις δικές μας ελλείψεις. Η «Σοφία» έχει παντρευτεί έναν άντρα, ο οποίος είναι αρκετά μεγαλύτερος σε ηλικία και είναι πολλά χρόνια μαζί του. Το ζευγάρι έχει πέσει σε μία ρουτίνα και ζουν τη «Μέρα της Μαρμότας», κάθε μέρα δηλαδή, είναι μία ίδια μέρα. Κινούνται σαν έντομα γύρω από την κόρη τους. Όταν δύο άνθρωποι λοιπόν, δεν δουλεύουν για τη σχέση και τον γάμο τους, αλλά τα αφήνουν όλα στον αυτόματο, κάποια στιγμή επέρχεται μία τέτοια φθορά. Η απιστία είναι ένα ξέσπασμα της «Σοφίας» απέναντι στην επανάληψη και τη ρουτίνα.

Θα γνωρίσουμε το 3ο πρόσωπο;

Ναι!

Ο γάμος θα σωθεί;

Θα υπάρξουν κλυδωνισμοί, όμως έχω την αίσθηση, ότι οι σεναριογράφοι, πάνε την κατάσταση για να σωθεί το ζευγάρι.

Η κόρη θα παίξει κεντρικό ρόλο σε όλο αυτό; 

Με τις τοποθετήσεις και τις ερωτήσεις της, θα κάνει τη «Σοφία» να τα σκεφτεί όλα. Ακόμα και η αξιοπρεπής στάση του άντρα της, θα τη βάλει σε σοβαρές σκέψεις, θα την ταρακουνήσει και θα την κάνει να επιστρέψει στο παρελθόν και να σκεφτεί τους λόγους που τον αγάπησε.

Η Κρήτη πρωταγωνιστεί φέτος στη ζωή σας, μέσα από τον ρόλο σας, με τι τρόπο υπάρχει στο παρελθόν σας; Υπάρχουν στοιχεία μέσα από τη σειρά που σας θυμίζουν τα δικά σας χρόνια;

Φυσικά υπάρχουν, παρόλο που μεγάλωσα στην πόλη των Χανίων. Ωστόσο η αυστηρότητα των γονιών, είναι κάτι κοινό. Ο πατέρας μου υπήρξε πολύ πιο αυστηρός, από τον «Παντελή», για παράδειγμα. Θυμάμαι, πως ενδιαφέρονταν πάρα πολύ για το τι θα πει ο κόσμος και η κοινωνία. Ακόμα, η σειρά μου ξύπνησε τις παιδικές μνήμες, τις στιγμές που πήγαινα στο χωριό, για να επισκεφτώ τον παππού και τη γιαγιά.

Πως σας αντιμετωπίζει ο κόσμος στην Κρήτη μιας και βρίσκεστε συχνά στο νησί για τα γυρίσματα;

Η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη, είπε κάτι πάρα πολύ σωστό «Νοιώθω σαν τον Σάκη Ρουβά, όταν κατεβαίνω στην Κρήτη». Είναι τέτοια η αγάπη και τέτοια η ζεστασιά που παίρνουμε, που είναι πραγματικά συγκινητικό.

Τι σας λένε στον δρόμο οι θαυμαστές;

Φοβερά πράγματα πραγματικά. Τώρα πρόσφατα, μου είπαν «Είστε η μαμά, που θα ήθελα να έχω» και «Μακάρι να είχατε λίγο χρόνο να σας πω ένα θέμα μου» και άλλα. 

Έχετε βιώσει κρητικές βεντέτες και Σασμό, κατά το παρελθόν;

Δυστυχώς ναι. Πρόκειται για μία ιστορία που έχει να κάνει με συγγενείς της μητέρας μου και πιο συγκεκριμένα, με έναν θείο της. Ήταν μία ιστορία που σημάδεψε τη μητέρα μου στην παιδική της ηλικία. Ο θείος της, αγαπούσε ένα κορίτσι και το έκλεψε. Η κοπέλα ωστόσο δεν ήθελε σχέση με τον θείο μου και βρήκε τρόπο να φύγει, χωρίς βέβαια εκείνος να την έχει ατιμάσει. Οι συγγενείς της κοπέλας συνάντησαν τον θείο μου στο καφενείο, ξεκίνησαν να παίζουν χαρτιά, τον προκαλούσαν συνεχώς και βρίσκοντας ψευδή αφορμή το ότι έπαιζε άτιμα, τον μαχαίρωσαν στην κοιλιά. Βγαίνοντας λοιπόν η μητέρα μου από το σπίτι της, αντίκρισε τον θείο της, να τον έχουν ξεκοιλιάσει στην κυριολεξία και να ξεψυχά κρατώντας τα όργανά του στα χέρια. Για πολλά χρόνια η μαμά μου ζούσε με τον φόβο της άλλης οικογένειας. Ευτυχώς, οι απόγονοι και οι νεότεροι άνθρωποι, άφησαν τις έχθρες στο παρελθόν. Επιπλέον, υπήρχε και ένας άλλος θείος μου, ο αδελφός του παππού μου, ο οποίος πήγαινε επίσκεψη σε ένα σπίτι με βεντέτα, λόγω της κοπέλας του. Μάλιστα, από αφηγήσεις μου έχουν πει, πως τον προειδοποιούσαν να μην πηγαίνει σε εκείνο το σπίτι, υπό τον φόβο κάποιας επίθεσης. Έριξαν λοιπόν χειροβομβίδα σε εκείνο το σπίτι και σκοτώθηκε ο θείος μου άδικα, ενώ η βεντέτα αφορούσε στον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Λόγω αυτού του μοιραίου λάθους και αυτή η βεντέτα έληξε και ολόκληρη η οικογένειά τους έφυγε από την Κρήτη και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα.

Τα παιδιά σας, πως αντιμετωπίζουν, το ότι η μαμά είναι πια στην τηλεόραση;

Χαίρονται πολύ! Με βλέπουν στην τηλεόραση, μου ζητάνε συνέχεια σπόιλερ, μιας και ζητούν και οι συμμαθητές τους να μάθουν τι θα συμβεί παρακάτω. Επίσης, μου ασκούν κριτική: «Ωραία τα μαλλιά σου», «Καλά έπαιξες», «Αυτό, μπορούσες να το κάνεις καλύτερα».                   

Εσείς είστε αυστηρή κριτής του εαυτού σας;

Είμαι πολύ αυστηρή! Πέρασε μία χρονιά ιδιαίτερα πιεσμένη και απαιτητική με δύο παραστάσεις και μία σκηνοθεσία και συχνά νοιώθω, ότι δεν βγαίνει στο γυαλί ο πιο ξεκούραστος εαυτός μου.

Η μαγεία του θεάτρου, έζησε και σκοτεινές στιγμές με τις υποθέσεις του MeToo, θα ήθελα το σχόλιο σας. Πως σας βρήκαν οι απανωτές βόμβες που έσκασαν;

Κάποια πράγματα τα γνώριζα και κάποια άλλα τα είχα ακούσει. Το τέρας δεν είναι πάντα τέρας, πιθανώς να έχει υπάρξει και κύριος σε μία δουλειά, επειδή μπορεί να είχε στρέψει το βλέμμα του κάπου αλλού. Θεωρώ, ότι η πανδημία και η καραντίνα βοήθησε όλο αυτό το κίνημα. Οι ηθοποιοί ήρθαν αντιμέτωποι με τους δαίμονές τους, με τις αγωνίες και τα τραύματά τους. Δυστυχώς, θεωρώ ότι ο χώρος δύσκολα καθαρίζει, όμως αυτά τα τέρατα εύχομαι να φοβηθούν και να λουφάξουν.

Πέρα από την άνθιση της μυθοπλασίας τα τελευταία 2 χρόνια, έχουν ανθίσει και τα reality. Πως κρίνετε αυτά τα τηλεοπτικά προϊόντα και τη συμμετοχή πολλών συναδέλφων ηθοποιών σε αυτά;

Θεωρώ ότι δεν τα χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε άλλα πράγματα. Δεν θέλω όμως να τα κρίνω, ούτε αυτά τα προϊόντα, ούτε και τους ανθρώπους. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια από αυτά τα προγράμματα που δεν μπορώ να πω, πως δεν τα θεωρώ παντελώς ακατάλληλα και σκουπίδια. 

Σκηνοθετήσατε για πρώτη φορά το έργο «Dalida, τραγουδώντας μέχρι το τέλος», πως πήρατε την απόφαση να μπλέξετε και με τη σκηνοθεσία;

Η φίλη μου η Εύα Κοτανίδη, επέμεινε. Μου είπε, πως ζητά την γυναικεία μου ματιά στην παράσταση, πως θέλει να τη σκηνοθετήσω και τελικά είμαι πολύ περήφανη για αυτή τη δουλειά.

 Π

Published by

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *