«Είναι όλα ένα ψέμα. Είναι του μυαλού μας ροκανίδια. Είναι οι ταμπέλες που κακώς βάζουμε στον εαυτό μας και άδικα μας περιορίζουν»

(Μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με την ηθοποιό Νεκταρία Γιαννουδάκη)

Είναι η τηλεοπτική «Σοφία», που αγαπήσαμε φέτος μέσα από τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά του Alpha «Σασμός». Είναι η ψυχαναλύτρια της σειράς και μητέρα της «Στέλλας». Είναι αστή, αυστηρή και με καταγωγή από την Αθήνα. Βρίσκεται σε μια διαρκή, με χιουμοριστικούς τόνους, σύγκρουση με τον «Τάσο» τον σύζυγό της, που θεωρεί πως τίποτα δεν κάνει καλά. Αυτή την περίοδο, έχει ταράξει τα νερά της οικογένειάς της, με την απιστία της και οι πράξεις της σε τίποτα δεν θυμίζουν την έντιμη συμβουλάτορα και ψυχαναλύτρια, που τίποτε δεν έκανε λάθος.  

Τηλεοπτικά, μας είχε αφήσει από το μακρινό 2005, τότε που τη γνωρίσαμε μέσα από τις «Μάγισσες της Σμύρνης». Φέτος, με τη δυναμική της παρουσία, ήρθε να βάλει τους δικούς της όρους και να διαγράψει ξανά τη δική της πορεία.

Η Νεκταρία Γιαννουδάκη γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου του 1973 στα Χανιά, λίγο έξω από την παλιά πόλη. Μεγάλωσε μέσα στην ομορφιά της Κρήτης και τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε πίσω από τη τζαμαρία του εμποροραφείου του πατέρα της, ο οποίος υπήρξε ράφτης της καλής κοινωνίας των Χανίων. Πάρα τα χρωματιστά και γεμάτα υφασμάτινές εικόνες, παιδικά της χρόνια, πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι η υποκριτική, ήταν ο μονόδρομος της ζωής της. Έτσι, αποφάσισε να εγκαταλείψει το όμορφο ελληνικό νησί και να βάλει πλώρη για την Αθήνα, με το πρόσχημα των σπουδών στη γαλλική φιλολογία. Παράλληλα, με τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σπούδασε στην Ανωτέρα δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε με άριστα και μάλιστα κερδίζοντας τιμητική υποτροφία.

Η πρώτη της παράσταση ήταν στη Νέα Υόρκη για το Next wave festival στο Β.Α.Μ σε σκηνοθεσία Β. Καλλίτση και χορογραφίες Αποστολίας Παπαδαμάκη “The Mysteries of Eleussis”. Λίγο αργότερα ο κόσμος την απόλαυσε, ως Ιέρεια στην Τελετή Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας, ενώ άμεσα έπαιξε στο Ηρώδειο, κρητικό θέατρο.

Λίγο πριν τη λήξη της φετινής σεζόν, την απολαύσαμε θεατρικά στο «Τρίτο Στεφάνι», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Η Νεκταρία Γιαννουδάκη βρέθηκε επί σκηνής, σε μία συγκλονιστική παράσταση με τις Μαρία Κίτσου, Μαρία Καβογιάννη και έναν θίασο 20 εξαιρετικά ταλαντούχων ηθοποιών, στο θέατρο Παλλάς. Παράλληλα, έπαιζε στην παράσταση «Τρωίλος και Χρυσηίδα» στο θέατρο Αργώ με την Αιμιλία Υψηλάντη, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Κοέν.

Φέτος, στην πρώτη της επαγγελματική σκηνοθετική απόπειρα, σκηνοθέτησε το έργο «Dalida, τραγουδώντας μέχρι το τέλος» με την Εύα Κοτανίδη στο Μέγαρο Μουσικής, στην αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Η παράσταση μάλιστα, θα επαναληφθεί από τις 28-31 Μαρτίου.

Σε νέα σχέδια η αγαπημένη ηθοποιός θα βρεθεί από τον Οκτώβριο στην παράσταση «Ντα», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, στο θέατρο Ιλίσια και ανάμεσα σε λατρεμένους πρωταγωνιστές, όπως ο Γρηγόρης Βαλτινός, ο Γιώργος Σουξές, η Μαρία Καλλιμάνη, ο Στρατής Χατζησταματίου και άλλοι.  

Εκτός του βαριά φορτισμένου καλλιτεχνικού της προγράμματος η Νεκταρία Γιαννουδάκη, εδώ και αρκετά χρόνια εκτελεί χρέη καθηγήτριας υποκριτικής και ορθοφωνίας στη δραματική σχολή ΙΑΣΜΟΣ του Βασίλη Διαμαντόπουλου. «Η διδασκαλία είναι κάτι που λατρεύω, θεωρώ ιερό και μέσα από αυτό γίνομαι και εγώ καλύτερη. Η ανταλλαγή αυτή με τους μαθητές είναι κάτι το καταπληκτικό»

Πότε αποφασίσατε να εγκαταλείψετε τα Χανιά και να έρθετε στην ελληνική πρωτεύουσα;

Οι γονείς μου υπήρξαν αρκετά αυστηροί, οπότε σκέφτηκα ένα καλό σχέδιο για να εγκαταλείψω την Κρήτη. Έτσι, λοιπόν έφυγα με τις ευλογίες τους ως φοιτήτρια. Προσπάθησα, δηλαδή, να περάσω σε μία σχολή που δεν βρίσκονταν στην Κρήτη και βρέθηκα να σπουδάζω γαλλική φιλολογία στην Αθήνα. 2-3 χρόνια μετά, διακριτικά πέρασα και στη δραματική σχολή.

Πως καταφέρνατε να πληρώνετε τη δραματική σχολή και να βγάζετε τα προς το ζην;

Έχω περάσει από πάρα πολλές δουλειές με σκοπό να βγάζω τα έξοδα της σχολής του θεάτρου, μιας και οι γονείς μου δεν είχαν ιδέα ότι υπήρξα και φοιτήτρια της δραματικής. Καθυστέρησα να τους μιλήσω, διότι γνώριζα την αρνητική αντίδραση. Έβγαζα τα προς το ζην με ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών σε παιδιά, μοιράζοντας φυλλάδια ή με παιδικά πάρτι κλόουν. Έχω ντυθεί από Άριελ και Εσμεράλδα, μέχρι και Τουίτι.

Πως αντέδρασαν οι γονείς σας, όταν έμαθαν πια ότι η κόρη τους θα ακολουθήσει τον θεατρικό δρόμο;

Αγχώθηκαν. Μάλιστα, φοβήθηκαν να το πουν στον παππού μου και του είπαν, πως η Νεκταρία πήγε σε μία σχολή για να μάθει να λέει τις ειδήσεις! Ωστόσο, σταδιακά τους έπεισα, μιας και ξεκίνησα να κάνω καλές συνεργασίες

Ήταν πάντοτε το θέατρο η αγάπη σας; Μεγαλώσατε κοντά στο θέατρο; Είχατε κάποια πρότυπα;

Όχι, ούτε καλλιτεχνικές καταβολές υπήρξαν. Χωρίς καλά-καλά να ξέρω τι ακριβώς είναι το θέατρο, ήθελα να παίξω σε αυτό. Δεν ήταν ούτε και οι ηθοποιοί στην τηλεόραση που με έκαναν να αγαπήσω το σανίδι. Ήταν μία άλλη βαθύτερη ανάγκη μου. Θυμάμαι μικρή που έπρεπε τα μεσημέρια να κοιμάμαι σε έναν χώρο, που εκεί βρίσκονταν η ασπρόμαυρή μας τηλεόραση. Ωστόσο, εγώ δεν κοιμόμουν και θυμάμαι τον εαυτό μου με ένα ροζ κουβερτάκι και χρησιμοποιώντας την ασπρόμαυρη τηλεόραση ως καθρέπτη, έκανα διάφορες κινήσεις με τα χέρια μου και παρακολουθούσα τις πτυχώσεις, που έκανε το ύφασμα. Επίσης, θυμάμαι στην 1η γυμνασίου, να μπαίνει στην αίθουσα μία πανέμορφη καθηγήτρια με απίστευτο παράστημα, που μοσχοβολούσε πούδρα. Η γυναίκα, άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα θρανία, να ανοίγει την Οδύσσεια και να μας διαβάζει με τρόπο θεατρικό τα κείμενα και με τα τακούνια της να κάνουν ήχο, σαν από κάποιο κρουστό, με θυμάμαι να μουδιάζω ολόκληρη. Εκεί είπα «αυτό θέλω να κάνω», που δεν ήταν όμως η εκπαίδευση, αλλά η απαγγελία, η υποκριτική, η ανάγνωση σπουδαίων κειμένων.

Η πρώτη σας δουλεία, τα «Ελευσίνια μυστήρια», ήταν στη Νέα Υόρκη Πως βρεθήκατε εκεί;

Πέρασα από οντισιόν. Ήταν μία παράσταση που πραγματοποιήθηκε το 1999 στο Music Academy of Brooklyn.  Έκαναν 7 οντισιόν για να βρουν την ελληνική ομάδα. Ήταν μια παράσταση στην οποία βρίσκονταν καλλιτέχνες από ολόκληρο τον κόσμο. Για παράδειγμα, την Περσεφόνη ενσάρκωσε μία φλαμένγκο χορεύτρια από την Ισπανία, η Λόλα Γκρέκο ή ο Άδης, ήταν ένας Γερμανός ηθοποιός. Μάλιστα, υπήρχε μέσα ακόμα και κινέζικη όπερα. Ήταν ένα πολυπολιτισμικό θέατρο, μία παράσταση που ήθελε να ενώσει όλους τους πολιτισμούς.

Ύστερα από αυτή την παράσταση, γιατί δεν παραμείνατε στη Νέα Υόρκη;

Αυτό είναι άτι που μετανιώνω. Θα ήθελα να παραμείνω και να εξελίξω τις σπουδές μου, όμως βάλλομαι από το σύνδρομο του καλού παιδιού και αυτό έχει πάντα τίμημα. Επέστρεψα για τους δικούς μου και την οικογένεια μου.

Παρά τη δυναμική παρουσία στο θέατρο, για πολλά χρόνια δεν σας βλέπαμε στη μικρή οθόνη. Ήταν συνειδητή η επιλογή; 

Στην πρώτη μου επαφή με την τηλεόραση, κάτι δεν μου πήγε πάρα πολύ καλά, κάτι δεν μου ταίριαξε. Η αλήθεια είναι ότι δεν πέρασα και πολύ όμορφα. Η τηλεόραση, απαιτεί τρομερές ταχύτητες που εκείνη τη στιγμή δεν μου πήγαιναν. Ακόμα αντιμετώπισα αυτό το μέσο με πάρα πολύ άγχος και πολύ σύντομα αποφάσισα, ότι δεν μου ταιριάζει. Έβαλα την ταμπέλα  στον εαυτό μου, πως είμαι θεατρική ηθοποιός και δεν την κυνήγησα ξανά. 

Βάλατε ταμπέλα στον εαυτό σας… Ήταν τελικά η σωστή επιλογή; Πιστεύετε, υπάρχει ουσιαστικός διαχωρισμός θεατρικών και εμπορικών ηθοποιών;

Είναι όλα ένα ψέμα. Είναι του μυαλού μας ροκανίδια. Είναι οι ταμπέλες που κακώς βάζουμε στον εαυτό μας και άδικα μας περιορίζουν.

Τι άλλαξε από αυτή την ταμπέλα, μέχρι και τη σημερινή παρουσία σας μέσα από τη συχνότητα του ALPHA;

Να ναι καλά η καραντίνα, που ήρθε και τελικά ακύρωσε όλα όσα είχα σχεδιάσει. Κοίταξα πάρα πολύ, κυριολεκτικά, το ταβάνι, μπήκα σε έναν δικό μου εσωτερικό διάλογο, ξεκίνησα να σπουδάζω κάτι τελείως διαφορετικό, για να εξελίξω τις σπουδές μου και ανάμεσα σε όλες τις σκέψεις μου, είπα πως θα ήθελα πολύ να είμαι σε μία καλή σειρά, μιας και το μόνο πράγμα που δεν είχε σταματήσει ήταν τα τηλεοπτικά γυρίσματα. Επίσης, το χρωστάμε στην Μιράντα Ρωσταντή, τόσοι ηθοποιοί του θέατρου που μπήκαμε στην τηλεόραση. Είναι ένας άνθρωπος, που έδωσε βήμα και χώρο σε εμάς. Γενικά, πιστεύω ότι όλοι οι ηθοποιοί χρωστάμε στις «Άγριες Μέλισσες», είτε παίξαμε σε αυτή τη σειρά, είτε όχι. Βοήθησε στο να γίνουν σήριαλ και να ασχοληθούν ξανά τα κανάλια με τη μυθοπλασία.

Όταν μάθατε για τη νέα σειρά του ALPHA τον «Σασμό», ήταν γνώριμη η λέξη; Σκεφτήκατε πως εκεί, θα γίνονταν πραγματικά κάτι πολύ ωραίο;

Η αλήθεια είναι, ότι πολύ πριν μάθω για τη σειρά, είχα ακούσει κάτι στην επικαιρότητα, το οποίο με τάραξε. Είχε να κάνει με μία βεντέτα. Τότε σκέφτηκα, να κάνω μία έρευνα γύρω από τις βεντέτες στην Κρήτη και άρχισα να παίρνω διάφορα βιβλία. Ξεκίνησε λοιπόν να αναπτύσσεται στο μυαλό μου η ιδέα να κάνω μία μικρή τραγωδία γύρω από τη βεντέτα και τον σασμό. Είχα λοιπόν στο μυαλό μου να κάνω μία παράσταση, που θα ονομάζεται «Σασμός». Μάλιστα είχα βρει και εγκληματολόγο, για να κάνει έρευνα. Αυτό το μοιράστηκα με έναν φίλο μου, ο οποίος με οδήγησε στο βιβλίο του Σπύρου Πετρουλάκη «Σασμός» και αφού προμηθεύτηκα το βιβλίο, ενημερώθηκα, πως θα γινόταν σειρά στον Alpha, βασισμένη στο μυθιστόρημά του Σπύρου Πετρουλάκη. Επομένως,  άρχισα να αποχαιρετώ τη συγκεκριμένη ιδέα, τουλάχιστον για κάποια χρόνια, και ευχόμουν να βρεθώ στη συγκεκριμένη σειρά. 

Πως ήρθε σε εσάς η πρόταση για τη σειρά;

H Μιράντα Ρωσταντή μαζί με τον σκηνοθέτη της σειράς τον Κώστα Κωστόπουλο, με κάλεσαν, να συζητήσουμε για έναν ρόλο. Έκανα λοιπόν το κάστινγκ και από εκεί και έπειτα δεν είχα νέα τους και όπως καταλαβαίνεις περίμενα σε ανάμενα κάρβουνα. Όμως, μάλλον μου το φυλούσαν για έκπληξη μιας και ήμουν από τους τελευταίους ρόλους που έκλεισαν.

Ήταν ο ρόλος της «Σοφίας» αυτός τον οποίο ονειρευόσασταν εξαρχής;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Εγώ σε αυτό το κάστινγκ είχα πάει με ένα μαύρο μαντήλι, διότι νόμιζα πως θα κάνω κάποιο δραματικό ρόλο, μία γυναίκα που πενθεί. Όταν μου δόθηκε η «Σοφία», μία αστή δηλαδή, στην αρχή μου κακοφάνηκε, όμως στην πορεία αγάπησα το συγκεκριμένο ρόλο πάρα πολύ. 

Τι σας κέρδισε στο «Σασμό»;

Αρχικά με είχε κερδίσει το βιβλίο. Όταν όμως έμαθα τους συντελεστές και τους φοβερούς ηθοποιούς, μαγεύτηκα. Όταν έμαθα, ότι θα είναι ο Δημήτρης Ήμελλος, η Μαρία Πρωτόπαπα, ο Ορφέας Αυγουστίδης, η Μαρία Τζομπανάκη και όλοι οι άλλοι σπουδαίοι και εκλεκτοί συνάδελφοι, είπα αμέσως πως «πάμε για κάτι πάρα πολύ καλό».

Είχατε συνεργαστεί στο παρελθόν με κάποιους από τους συναδέλφους σας από τον «Σασμό»;

Με τον Δημήτρη Λάλο, είχαμε συνεργαστεί σε μία ταινία μικρού μήκους του Νικόλα Κολοβού. Επίσης, έχω συνεργαστεί με την Μαρία Τζομπανάκη στις «Μάγισσες της Σμύρνης», με τον Στάθη Μαντζώρο παίζαμε στο «Τρίτο Στεφάνι», με την Μαρία Πρωτόπαπα βρισκόμασταν κατά το παρελθόν στο ίδιο θέατρο σε διαφορετικές παραστάσεις και με τον Δημήτρη Ήμελλο είχαμε διδάξει στην ίδια θεατρική σχολή, όπως επίσης βρισκόμασταν μαζί και σε κάποια σεμινάρια, στα οποία ο Δημήτρης μετέφραζε από τα ρωσικά, μιας και γνωρίζει τη γλώσσα πολύ καλά.

Στη σειρά βρισκόμαστε στο σημείο, που η Σοφία τα έχει κάνει μαντάρα. Εξαρχής την είχαμε δει να κατηγορεί την κόρη της, που ερωτεύτηκε τον λάθος άνδρα, όμως πέφτει και εκείνη στην ίδια παγίδα. Πως το δικαιολογείτε; 

Ανταλλάξαμε ρόλους. Θα δούμε ότι η «Στέλλα» μου κάνει η μαμά, με μαλώνει και με στήνει στον τοίχο. Πολύ συχνά βλέπουμε το σωστό και το λάθος στους άλλους, όμως δεν αναγνωρίζουμε τα δικά μας λάθη και τις δικές μας ελλείψεις. Η «Σοφία» έχει παντρευτεί έναν άντρα, ο οποίος είναι αρκετά μεγαλύτερος σε ηλικία και είναι πολλά χρόνια μαζί του. Το ζευγάρι έχει πέσει σε μία ρουτίνα και ζουν τη «Μέρα της Μαρμότας», κάθε μέρα δηλαδή, είναι μία ίδια μέρα. Κινούνται σαν έντομα γύρω από την κόρη τους. Όταν δύο άνθρωποι λοιπόν, δεν δουλεύουν για τη σχέση και τον γάμο τους, αλλά τα αφήνουν όλα στον αυτόματο, κάποια στιγμή επέρχεται μία τέτοια φθορά. Η απιστία είναι ένα ξέσπασμα της «Σοφίας» απέναντι στην επανάληψη και τη ρουτίνα.

Θα γνωρίσουμε το 3ο πρόσωπο;

Ναι!

Ο γάμος θα σωθεί;

Θα υπάρξουν κλυδωνισμοί, όμως έχω την αίσθηση, ότι οι σεναριογράφοι, πάνε την κατάσταση για να σωθεί το ζευγάρι.

Η κόρη θα παίξει κεντρικό ρόλο σε όλο αυτό; 

Με τις τοποθετήσεις και τις ερωτήσεις της, θα κάνει τη «Σοφία» να τα σκεφτεί όλα. Ακόμα και η αξιοπρεπής στάση του άντρα της, θα τη βάλει σε σοβαρές σκέψεις, θα την ταρακουνήσει και θα την κάνει να επιστρέψει στο παρελθόν και να σκεφτεί τους λόγους που τον αγάπησε.

Η Κρήτη πρωταγωνιστεί φέτος στη ζωή σας, μέσα από τον ρόλο σας, με τι τρόπο υπάρχει στο παρελθόν σας; Υπάρχουν στοιχεία μέσα από τη σειρά που σας θυμίζουν τα δικά σας χρόνια;

Φυσικά υπάρχουν, παρόλο που μεγάλωσα στην πόλη των Χανίων. Ωστόσο η αυστηρότητα των γονιών, είναι κάτι κοινό. Ο πατέρας μου υπήρξε πολύ πιο αυστηρός, από τον «Παντελή», για παράδειγμα. Θυμάμαι, πως ενδιαφέρονταν πάρα πολύ για το τι θα πει ο κόσμος και η κοινωνία. Ακόμα, η σειρά μου ξύπνησε τις παιδικές μνήμες, τις στιγμές που πήγαινα στο χωριό, για να επισκεφτώ τον παππού και τη γιαγιά.

Πως σας αντιμετωπίζει ο κόσμος στην Κρήτη μιας και βρίσκεστε συχνά στο νησί για τα γυρίσματα;

Η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη, είπε κάτι πάρα πολύ σωστό «Νοιώθω σαν τον Σάκη Ρουβά, όταν κατεβαίνω στην Κρήτη». Είναι τέτοια η αγάπη και τέτοια η ζεστασιά που παίρνουμε, που είναι πραγματικά συγκινητικό.

Τι σας λένε στον δρόμο οι θαυμαστές;

Φοβερά πράγματα πραγματικά. Τώρα πρόσφατα, μου είπαν «Είστε η μαμά, που θα ήθελα να έχω» και «Μακάρι να είχατε λίγο χρόνο να σας πω ένα θέμα μου» και άλλα. 

Έχετε βιώσει κρητικές βεντέτες και Σασμό, κατά το παρελθόν;

Δυστυχώς ναι. Πρόκειται για μία ιστορία που έχει να κάνει με συγγενείς της μητέρας μου και πιο συγκεκριμένα, με έναν θείο της. Ήταν μία ιστορία που σημάδεψε τη μητέρα μου στην παιδική της ηλικία. Ο θείος της, αγαπούσε ένα κορίτσι και το έκλεψε. Η κοπέλα ωστόσο δεν ήθελε σχέση με τον θείο μου και βρήκε τρόπο να φύγει, χωρίς βέβαια εκείνος να την έχει ατιμάσει. Οι συγγενείς της κοπέλας συνάντησαν τον θείο μου στο καφενείο, ξεκίνησαν να παίζουν χαρτιά, τον προκαλούσαν συνεχώς και βρίσκοντας ψευδή αφορμή το ότι έπαιζε άτιμα, τον μαχαίρωσαν στην κοιλιά. Βγαίνοντας λοιπόν η μητέρα μου από το σπίτι της, αντίκρισε τον θείο της, να τον έχουν ξεκοιλιάσει στην κυριολεξία και να ξεψυχά κρατώντας τα όργανά του στα χέρια. Για πολλά χρόνια η μαμά μου ζούσε με τον φόβο της άλλης οικογένειας. Ευτυχώς, οι απόγονοι και οι νεότεροι άνθρωποι, άφησαν τις έχθρες στο παρελθόν. Επιπλέον, υπήρχε και ένας άλλος θείος μου, ο αδελφός του παππού μου, ο οποίος πήγαινε επίσκεψη σε ένα σπίτι με βεντέτα, λόγω της κοπέλας του. Μάλιστα, από αφηγήσεις μου έχουν πει, πως τον προειδοποιούσαν να μην πηγαίνει σε εκείνο το σπίτι, υπό τον φόβο κάποιας επίθεσης. Έριξαν λοιπόν χειροβομβίδα σε εκείνο το σπίτι και σκοτώθηκε ο θείος μου άδικα, ενώ η βεντέτα αφορούσε στον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Λόγω αυτού του μοιραίου λάθους και αυτή η βεντέτα έληξε και ολόκληρη η οικογένειά τους έφυγε από την Κρήτη και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα.

Τα παιδιά σας, πως αντιμετωπίζουν, το ότι η μαμά είναι πια στην τηλεόραση;

Χαίρονται πολύ! Με βλέπουν στην τηλεόραση, μου ζητάνε συνέχεια σπόιλερ, μιας και ζητούν και οι συμμαθητές τους να μάθουν τι θα συμβεί παρακάτω. Επίσης, μου ασκούν κριτική: «Ωραία τα μαλλιά σου», «Καλά έπαιξες», «Αυτό, μπορούσες να το κάνεις καλύτερα».                   

Εσείς είστε αυστηρή κριτής του εαυτού σας;

Είμαι πολύ αυστηρή! Πέρασε μία χρονιά ιδιαίτερα πιεσμένη και απαιτητική με δύο παραστάσεις και μία σκηνοθεσία και συχνά νοιώθω, ότι δεν βγαίνει στο γυαλί ο πιο ξεκούραστος εαυτός μου.

Η μαγεία του θεάτρου, έζησε και σκοτεινές στιγμές με τις υποθέσεις του MeToo, θα ήθελα το σχόλιο σας. Πως σας βρήκαν οι απανωτές βόμβες που έσκασαν;

Κάποια πράγματα τα γνώριζα και κάποια άλλα τα είχα ακούσει. Το τέρας δεν είναι πάντα τέρας, πιθανώς να έχει υπάρξει και κύριος σε μία δουλειά, επειδή μπορεί να είχε στρέψει το βλέμμα του κάπου αλλού. Θεωρώ, ότι η πανδημία και η καραντίνα βοήθησε όλο αυτό το κίνημα. Οι ηθοποιοί ήρθαν αντιμέτωποι με τους δαίμονές τους, με τις αγωνίες και τα τραύματά τους. Δυστυχώς, θεωρώ ότι ο χώρος δύσκολα καθαρίζει, όμως αυτά τα τέρατα εύχομαι να φοβηθούν και να λουφάξουν.

Πέρα από την άνθιση της μυθοπλασίας τα τελευταία 2 χρόνια, έχουν ανθίσει και τα reality. Πως κρίνετε αυτά τα τηλεοπτικά προϊόντα και τη συμμετοχή πολλών συναδέλφων ηθοποιών σε αυτά;

Θεωρώ ότι δεν τα χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε άλλα πράγματα. Δεν θέλω όμως να τα κρίνω, ούτε αυτά τα προϊόντα, ούτε και τους ανθρώπους. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια από αυτά τα προγράμματα που δεν μπορώ να πω, πως δεν τα θεωρώ παντελώς ακατάλληλα και σκουπίδια. 

Σκηνοθετήσατε για πρώτη φορά το έργο «Dalida, τραγουδώντας μέχρι το τέλος», πως πήρατε την απόφαση να μπλέξετε και με τη σκηνοθεσία;

Η φίλη μου η Εύα Κοτανίδη, επέμεινε. Μου είπε, πως ζητά την γυναικεία μου ματιά στην παράσταση, πως θέλει να τη σκηνοθετήσω και τελικά είμαι πολύ περήφανη για αυτή τη δουλειά.

 Π

«Η κυβέρνηση έχει πάρει τον πολιτισμό και τον έχει πετάξει μέσα σε ένα κουβά»

(Μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τον Κωνσταντίνο Δανίκα)

Είναι ο τηλεοπτικός «Φανούρης» στην αγαπημένη καθημερινή σειρά του ΑNT1 «Άγριες Μέλισσες». Τον αγαπήσαμε, μπήκε στην καρδιά μας, μέσα από τον ρόλο του και τον λατρέψαμε ως προστάτη των τριών αδελφών, που πρωταγωνιστούν στην πετυχημένη σειρά της Μελίνας Τσαμπάνη.

Ο Κωνσταντίνος Δανίκας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Από την μικρή του ηλικία έζησε κοντά στη μουσική, αφού τη γνώρισε μέσα από τον πατέρα του, γνωστό μαέστρο Νίκο Δανίκα. Ο ίδιος εξομολογείται, πως από την ηλικία των 5 ετών είχε τη χαρά να συνοδεύει τον μπαμπά του στις πρόβες και εκεί ήρθε σε επαφή με τους σπουδαιότερους Έλληνες καλλιτέχνες. Γνώρισε τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Γιώργο Μαρίνο, τον Σταμάτη Κραουνάκη και άλλες εμβληματικές μορφές του χώρου. Το πέρασμα των χρόνων και η εφηβεία του έδειξαν, πως η μουσική δεν ήταν για εκείνον το μέσο, για να εκφραστεί και έτσι άφησε τις σπουδές του στο πιάνο και επικεντρώθηκε στην αναζήτηση νέων τρόπων έκφρασης. Σταδιακά ανακάλυψε τη γραφή, ξεκίνησε να γράφει ποιήματα και διηγήματα, αλλά μετά από χρόνια ήρθε αντιμέτωπος και με μία άλλη στροφή στον επαγγελματικό του προσανατολισμό.  «Είχα γράψει άπειρα ποιήματα και διηγήματα και τα πέταξα όλα ξαφνικά. Ένοιωθα ότι ούτε αυτό με εξέφραζε έτσι όπως θα ήθελα». Τελευταίος σταθμός στο τρένο της ζωής του ήταν το θέατρο και εκεί αποβιβάστηκε με επιτυχία. Επέλεξε να μπει στην δραματική σχολή και να εκφράσει όσα τον απασχολούν μέσα από τη μαγεία της υποκριτικής. «Ένοιωσα ότι εκεί είναι ο τόπος μου, το μέρος μου». Την απόφαση του, να ακολουθήσει το θέατρο επηρέασαν ο παππούς του και ο Γιώργος Μαρίνος, καθώς προέρχεται από καλλιτεχνική οικογένεια, αφού και ο προπάππους του ήταν ηθοποιός και έκανε παραστάσεις με μπουλούκια.

Το βιογραφικό του σημείωμα περιλαμβάνει πολλές πετυχημένες θεατρικές παραστάσεις και συμμετοχές σε μεγάλες παραγωγές. Έχει παίξει στις ταινίες «Νήσος 1+2», «Πίσω από τις γρυλιές», «Το σημάδι της ζωής», «Ψυχραιμία» και άλλες, ενώ στην τηλεόραση έχει συμμετάσχει στις σειρές «Η Οικογένεια Βλάπτει», «L.A.P.D», «Λούφα και Παραλλαγή», «Το Δέκα» και στην «Ζωή εν Τάφω».

Αυτή τη φορά, μου δόθηκε η ευκαιρία να συναντήσω έναν άνθρωπο γλυκό, έναν άνθρωπο που απλώνει κάθε μέρα το πιο πλατύ του χαμόγελο και αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ζωής με αισιοδοξία. Αν μπορώ να πω κάτι για τον Κωνσταντίνο Δανίκα μέσα από αυτό το κείμενο, θα πω ότι συνάντησα μία ευγενική ψυχή, κάποιον που χαμογελά αληθινά και μοιράζει απλόχερα την αγάπη του.


Δεν θα μπορούσα να μην ξεκινήσω την κουβέντα μας από τις καταιγιστικές εξελίξεις στον χώρο σας. Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε. Περίμενες αυτή την καταιγίδα;

Ο χώρος μας είναι μικρός, όλοι γνωρίζουν ότι συμβαίνουν πράγματα. Ετοιμάζονται πολλά να βγουν στη φόρα. Υπάρχουν συνάδελφοι που προετοιμάζονται να μιλήσουν ανοιχτά. Άνοιξε ένας δρόμος, αυτός της ομολογίας, και είναι πολύ θετικό. Δεν είναι ότι δεν θα ξαναγίνει τίποτα παρόμοιο ή ότι θα πάψουν να υπάρχουν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, αλλά τουλάχιστον θα φοβούνται να προβούν σε τέτοιες πράξεις.

Για ποιο λόγο τα θύματα δεν μιλούσαν τόσα χρόνια;

Υπάρχουν νέοι ηθοποιοί που υπομένουν τέτοιου είδους παρενοχλήσεις, διότι φοβούνται για την καριέρα και τη ζωή τους.  Όταν είναι τόσο δυνατοί κάποιοι άνθρωποι στον χώρο, τα θύματα φοβούνται να μιλήσουν ανοιχτά, διότι ο χώρος μας εξαρτάται άμεσα από συγκεκριμένα πρόσωπα που συγκεντρώνουν εξουσία στα χέρια τους.  Καταλαβαίνω τους ανθρώπους που δεν βγαίνουν να μιλήσουν. Είναι απόλυτα φυσιολογικό, το να φοβάσαι. Φοβάσαι τη δουλειά σου, φοβάσαι να μην σε καπελώσουν, να μην σε ακυρώσουν, ως ηθοποιό και καλλιτέχνη.  Το ότι ξεπερνούν κάποιοι άνθρωποι τον φόβο, βγαίνουν και ομολογούν τα όσα έχουν βιώσει, είναι φοβερά θετικό.

Πιστεύεις, ότι θα μπει μία τελεία μετά από όλες αυτές τις ομολογίες;

Τελεία δεν θα μπει, όμως το να υπάρχει μία «πλατφόρμα», όπου θα μπορεί ο καθένας να έχει το θάρρος και την τόλμη να μιλήσει ανοιχτά για κάποιο περιστατικό ψυχολογικής, λεκτικής ή σωματικής βίας, είναι σημαντικό. Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο το γεγονός ότι, όλα αυτά γίνονται δημόσια. Το μόνο επικίνδυνο κομμάτι αυτής της δημοσιότητας, είναι μην τυχόν πάρει η μπάλα και κάποιους ανθρώπους που δεν έχουν μερίδιο ευθύνης. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να κατηγορήσει έναν σκηνοθέτη, επειδή υπήρξε κάπως έντονος στις πρόβες. Υπάρχουν σκηνοθέτες που δουλεύουν πολύ έντονα, για να φτάσουν τους ηθοποιούς στα όριά τους. Αν ένας άνθρωπος δεν έχει γερό στομάχι, δεν το αντέχει αυτό. Υπάρχει λοιπόν φόβος, να πάρει η μπάλα και τέτοιους ανθρώπους που δεν έχουν σκοπό να ασκήσουν καμία μορφή βίας, αλλά αντιθέτως να προσφέρουν ένα όμορφο έργο. Υπάρχει φόβος, μήπως χαθεί το μέτρο. Το μόνο που ελπίζω είναι να τελειώσει αυτή η εκμετάλλευση των νέων ανθρώπων, που ψάχνουν για δουλειά.

Όλη αυτή η δημοσιότητα μπορεί να βάλει «ταμπέλα» στον χώρο; Να θεωρηθεί ως ένας χώρος «βρώμικος», από τους νέους ανθρώπους;

Φυσικά, υπάρχει αυτό το ρίσκο. Δεν ισχύει όμως αυτό. Βρώμικοι είναι άνθρωποι, ο χώρος μας παράγει έργο. Είναι μία υπέροχη δουλειά, μπορώ να σου μιλάω ώρες για το τι σημαίνει η δουλειά του ηθοποιού. Αν είναι βρώμικος ο άνθρωπος και πάρει την εξουσία στα χέρια του, θα φέρεται αντίστοιχα. Αν ένας άνθρωπος είναι σωστός και δίκαιος, δεν υπάρχει περίπτωση να καταχραστεί την εξουσία. Δεν είναι ο πόνος, σκοπός της δουλειάς μας. Η δουλειά μας είναι ιερή, παράγουμε πολιτισμό. Δεν είναι δυνατόν ο πολιτισμός να εξαρτάται από τέτοιους ανθρώπους. Αυτοί οι «βρώμικοι» άνθρωποι είναι που πρέπει, να εξαφανιστούν από τον χώρο.

Έχεις γίνει μάρτυρας τέτοιου περιστατικού;

Όχι, και ευτυχώς, διότι με εξοργίζει η αδικία, η έλλειψη σεβασμού και η εκμετάλλευση της εξουσίας, είτε σε επαγγελματικό, είτε σε προσωπικό επίπεδο. Αν έβλεπα ένα τέτοιο γεγονός, θα μιλούσα, θα έφτανα στα όρια.

FANOURHS

Να περάσω και στα ευχάριστα, αφού εδώ και ενάμιση χρόνο ζεις μία πολύ όμορφη εμπειρία κοντά στον «Φανούρη» και τις «Άγριες Μέλισσες». Ο «Φανούρης» πως μπαίνει στη ζωή του Κωνσταντίνου;

Όταν έκανα γύρισμα για τη «Ζωή εν Τάφω», έμαθα από μία συνάδελφο, ότι ο Λευτέρης Χαρίτος κάνει κάστινγκ, για ένα καθημερινό σίριαλ. Επειδή εκτιμώ πάρα πολύ τον Λευτέρη σαν σκηνοθέτη, σκέφτηκα ότι θα ήθελα πάρα πολύ να περάσω από το κάστινγκ. Αφού κανονίστηκε το ραντεβού μου και τους συνάντησα μου έδωσαν κατευθείαν να διαβάσω τον Φανούρη. Πήγα άλλη μία φορά και μου ανακοίνωσαν επιτόπου, ότι θα γίνει η συνεργασία. Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος και εξαρχής θετικός με το γεγονός ότι θα σκηνοθετούσε ο Λευτέρης ένα καθημερινό σήριαλ.

Ο ρόλος του Αργύρη Πανταζάρα, ο «Τάκης», είναι ένας, που μου αρέσει πολύ, διότι έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον σαν ρόλοι αυτοί οι τύποι.

Προτάσεις για καθημερινό σήριαλ, είχες δεχτεί στο παρελθόν;

Ναι, αλλά δεν δέχτηκα καμία, γιατί τα καθημερινά έχουν την εξής δυσκολία, πρέπει ο ρόλος να σου γίνει βίωμα και να σου γίνει βίωμα χρειάζεται χρόνος. Σε ένα καθημερινό που γυρίζεις τόσες πολλές σκηνές σε καθημερινή βάση, δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου. Πάντα λοιπόν, με φόβιζε το καθημερινό, διότι είτε καλός είτε κακός ηθοποιός να είσαι, δεν σε αφήνει να δουλέψεις όσο θα ήθελες. Όταν όμως είδα το κάστ των ηθοποιών και γνώριζα ότι θα σκηνοθετήσει ο Λευτέρης, ένοιωσα ασφάλεια. Εντυπωσιάστηκα με την ομάδα, με το σενάριο και σκεφτόμουν ότι αυτή η δουλειά θα πάει πολύ καλά.

Έτσι όπως εξελίχθηκε το σενάριο και η ιστορία των «Άγριων Μελισσών» υπάρχει κάποιος άλλος ρόλος που σου αρέσει και που «ζηλεύεις»;

Όλοι οι ρόλοι είναι εξαιρετικοί, είναι υπέροχα γραμμένοι από τους σεναριογράφους, διότι όλες οι πράξεις τους και οι επιθυμίες τους είναι δικαιολογημένες. Αυτό είναι κάτι που βοηθάει πάρα πολύ τους ηθοποιούς, γιατί υπάρχουν σενάρια που δεν δείχνουν τον δρόμο στους ηθοποιούς, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις των ρόλων τους. Η αλήθεια είναι, ότι μου δίνεται για πρώτη φορά ένας ρόλος, καλός, δίκαιος και τίμιος. Μέχρι τώρα τηλεοπτικά και θεατρικά έκανα ρόλους, όπως αυτός του Αργύρη Πανταζάρα, ο «Τάκης». Ενσάρκωνα πάντα τους αλήτες, τους είρωνες, τα ρεμάλια. Ο ρόλος του Αργύρη είναι ένας, που μου αρέσει πολύ, διότι έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον σαν ρόλοι αυτοί οι τύποι. Φυσικά, δεν υποτιμώ κανέναν άλλο ρόλο, διότι πραγματικά όλοι τους είναι υπέροχοι.

Υπάρχει κάποιος ρόλος που πιστεύεις ότι δεν θα μπορούσες να κάνεις;

Όχι πως δεν θα μπορούσα, αλλά πιστεύω ότι δεν θα μου ταίριαζε να κάνω τον «Βόσκαρη» (σ.σ ενσαρκώνει ο Βασίλης Μπισμπίκης) ή τον «Μιλτιάδη» (σ.σ ενσαρκώνει ο Γιώργος Γάλλος). Δεν αναφέρομαι ως προς το θέμα της δυσκολίας του ρόλου, αλλά ως προς το ότι σαν φυσιογνωμία, ηλικιακά και σαν ενέργεια δεν θα μπορούσαν να μου ταιριάξουν.

Η συνεργασία πως είναι με τα υπόλοιπους ηθοποιούς;

Είναι πραγματικά εξαιρετική. Αν δεν υπήρχε η καραντίνα ακόμα θα βγαίναμε, θα πίναμε τα ποτά μας, θα τα λέγαμε και θα δενόμασταν περισσότερο. Δεν υπήρξαν ποτέ κόντρες μεταξύ μας, κάτι που είναι λογικό όταν μιλάμε για 30 διαφορετικούς χαρακτήρες. Κι όμως εδώ και ενάμιση χρόνο που δουλεύουμε μαζί δεν έχει υπάρξει ούτε μία ρήξη. Αυτό σημαίνει χημεία και ότι όλοι οι ηθοποιοί είναι σωστοί επαγγελματίες.

Θα δούμε τον «Φανούρη» να εξελίσσεται ως ρόλος; Όλοι οι ρόλοι κάνουν κάποια στιγμή μία έκρηξη, θα έρθει και η στιγμή του «Φανούρη»;

Θα δούμε και την έκρηξη του Φανούρη, πολύ σύντομα.  Θα είναι έκρηξη αγανάκτησης και θυμού απέναντι στην αδικία και θα σχετίζεται με την αγάπη του και τον ρόλο προστασίας που έχει για τις τρεις αδελφές.

Θα μάθουμε κάτι άλλο για τον «Φανούρη», κάτι που να σχετίζεται με το παρελθόν και την προέλευση του;

Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μάθουμε κάτι άλλο, διότι για να μάθουμε το παρελθόν του, θα πρέπει κάποια συνθήκη από το παρελθόν, να έρθει στο παρόν. Προς το παρόν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στα σενάρια.

Υπάρχουν συζητήσεις για να πάει η σειρά και 3η σεζόν;

Ναι, όμως το μόνο που γνωρίζω είναι ότι απλώς συζητούν.

Μέχρι που μπορούν να φτάσουν οι εξελίξεις και οι ανατροπές;

Αυτό σχολιάζαμε στην πρώτη σεζόν και ήρθε η δεύτερη σεζόν για να μας αποδείξει, ότι οι εξελίξεις μπορούν να είναι διαρκώς καταιγιστικές. Είναι τρομερό που αυτή η σειρά δεν έχει κάνει ούτε μία φορά «κοιλιά».

Τον «Φανούρη» θα τον δούμε με γυναικά;

Έλα ντε!!! Πες τα!!! Είναι παντρεμένος με την «Μερόπη» και έχει την κόρη του την «Φωτεινούλα», οι οποίες δεν έχουν εμφανιστεί ποτέ. Ευτυχώς, το μόνο που ακούμε είναι «τι ωραίες πίτες που φτιάχνει η Μερόπη». Περιμένω και εγώ, πως και πως να δω, ποια είναι η γυναίκα μου και πως είναι κόρη μου.

Τον εαυτό σου τον βλέπεις στην τηλεόραση; Κάνεις την αυτοκριτική σου;

Λόγω όμως περιορισμένου χρόνου δεν προλαβαίνω να βλέπω πάντα όλα τα επεισόδια, όμως προσπαθώ να το παρακολουθώ όσο περισσότερο μπορώ. Θέλω να βλέπω τον εαυτό μου, αλλά προετοιμάζομαι πριν το κάνω, γιατί είμαι πάρα πολύ αυστηρός κριτής και αυτό δεν είναι κάτι που βοηθάει, μπορεί να οδηγήσει σε λάθος δρόμους.

Δεν είναι Δημοκρατία, όταν χρειάζεται να στείλεις μήνυμα για να βγεις από το σπίτι σου.

Την τηλεόραση της εποχής μας και τα τηλεοπτικά προγράμματα που παρουσιάζονται, πως τα κρίνεις;

Πριν ένα χρόνο πήρα τηλεόραση, παλαιότερα δεν είχα, διότι έκανα μία δική μου προσωπική επανάσταση απέναντι σε κάποιες εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης. Επειδή η τηλεόραση είναι το βασικότερο μέσο επικοινωνίας, έχει τεράστια ευθύνη απέναντι στους τηλεθεατές της.  Καταλαβαίνω, γιατί υπάρχουν ορισμένα προγράμματα, γιατί υπάρχει και το αντίστοιχο κοινό που τα παρακολουθεί. Ποτέ δεν απαξίωσα την ανάγκη του κοινού, να δει τέτοιου είδους προγράμματα. Ωστόσο εγώ, σε προσωπικό επίπεδο, έκανα τη δική μου επανάσταση. Για εμένα, αυτά τα προγράμματα δεν πρέπει να υπάρχουν στην τηλεόραση. Θεωρώ, ότι με κάποιο τρόπο θα πρέπει να προστατευθεί η δημόσια σφαίρα.

Η κυβέρνηση έχει -κυριολεκτικά- πάρει τον πολιτισμό και τον έχει πετάξει μέσα σε ένα κουβά, διότι δεν τους ενδιαφέρει. Ποια είναι η προτεραιότητα, να ανοίξουν τα κομμωτήρια ή τα θέατρα;

Με τον εγκλεισμό της εποχής μας πως τα πας;

Δεν τον καταλαβαίνω. Δεν είναι Δημοκρατία, όταν χρειάζεται να στείλεις μήνυμα για να βγεις από το σπίτι σου. Είναι παράλογο. Το να σταματήσουν κάποιον και να του κόψουν κλήση, επειδή δεν φοράει μάσκα είναι λογικό, το να σταματήσουν κάποιον που φοράει μάσκα, δεν έχει στείλει μήνυμα και να του κόψουν πρόστιμο, δεν έχει καμία λογική.

Τι συμβαίνει με το θέατρο; Έχετε κάποια ενημέρωση από το Υπουργείο Πολιτισμού;

Δεν έχω να πω πάρα πολλά πράγματα, μονάχα ότι η κυβέρνηση έχει -κυριολεκτικά- πάρει τον πολιτισμό και τον έχει πετάξει μέσα σε ένα κουβά, διότι δεν τους ενδιαφέρει. Δεν υπάρχει πραγματικά καμία δικαιολογία για αυτό. Όταν κάποιος δεν ενδιαφέρεται για τον πολιτισμό της πατρίδας του, σημαίνει ότι αδιαφορεί και για την ψυχή του. Ποια είναι η προτεραιότητα, να ανοίξουν τα κομμωτήρια ή τα θέατρα; Συνεχώς ακούμε πόσο σημαντικό είναι να ανοίξουν τα κομμωτήρια και αγνοούμε τον πολιτισμό. Στο κομμωτήριο ή στο κέντρο περιποίησης, υπάρχει επαφή με τον πελάτη και θα έπρεπε να θεωρείται επικίνδυνο, σε αντίθεση με τα θέατρα που δέχονται συγκεκριμένο αριθμό θεατών, με μάσκες και με τις προβλεπόμενες αποστάσεις. Πες μου για ποιο λόγο δεν ανοίγουν οι κινηματογράφοι; Ας μην γεμίσει η αίθουσα. Εκεί δεν υπάρχουν ούτε ηθοποιοί, ούτε γίνεται λόγος για πρόβες. Με τρώει, αυτό το «γιατί;».  Μιλάμε για πράγματα χωρίς λογική.

Πως βρίσκεις όλη αυτή την κατάσταση που ζούμε; Το βρίσκεις υπερβολικό;

Ναι! Νοιώθω ότι γίνεται πολύς χαμός. Δεν αμφισβητώ τίποτα, ούτε μιλώ για θεωρίες συνομωσίας. Πιστεύω όμως ότι όλη η κατάσταση έχει και μια υπερβολή μέσα της. Υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες που έχουν αντιμετωπίσει τον κορωνοϊό πολύ ήπια, υιοθετώντας την τακτική της ανοσίας της αγέλης. Θεωρώ, ότι δεν δίνονται όσα χρήματα θα έπρεπε, στο σύστημα υγείας. Αν αντί για 1000 ΜΕΘ είχαμε τις δεκαπλάσιες, δεν θα αντιμετωπίζαμε κανένα ζήτημα εγκλεισμού και θα είχαμε λιγότερους θανάτους.

Υπάρχει κάποιος προγραμματισμός για την συμμετοχή σου σε κάποια θεατρική παράσταση;

Σε έναν μήνα περίπου θα ξεκινήσουμε πρόβες για την παράσταση «Ο Θάνατος και η Κόρη» του Ariel Dorfman, σε σκηνοθεσία Θάλειας Γρίβα. Στην παράσταση θα είμαστε μαζί με τις Σίσσυ Μαράθου και Χρήστο Σαπουντζή. Είμαι πραγματικά πάρα πολύ χαρούμενος, γιατί αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου έργα. Έχουμε σκοπό να ανέβει στα μέσα του Νοεμβρίου, αν όλα πάνε καλά.

Τον Γιώργο Μαρίνο τον έχουν βάλει στη φυλακή. Το 1969-1970, στα πρώτα χρόνια της Χούντας, ο Μαρίνος σατίριζε τους επώνυμους και την γυναίκα του Παπαδόπουλου, του δικτάτορα.

Βρίσκεσαι και στο ΣΕΗ, πιστεύεις ότι η δράση σας μέσα από αυτό τον Σωματείο είναι επαρκής και καλύπτει τα δικαιώματα σας;

Το ΣΕΗ κάνει πραγματικά ό,τι μπορεί. Σίγουρα θα μπορούσαν να γίνουν πολλά περισσότερα από το Σωματείο, όμως σε καμία περίπτωση δεν το κατηγορώ. Γίνονται προσπάθειες επικοινωνίας με το Υπουργείο Πολιτισμού, όμως όταν το ίδιο το Υπουργείο δεν ενδιαφέρεται για τίποτα, όποια ενέργεια και να κάνουμε εμείς θα βρίσκει τοίχο. Από τη στιγμή που δεν δουλεύουν τα θέατρα, η μόνη δύναμη του Σωματείου είναι να κάνει απεργία, όμως καμία απεργία δεν μπορεί να γίνει, όταν σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί είναι άνεργοι.

Ποιος σου γνώρισε τον κόσμο του θεάτρου;

Δεν υπήρξε κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος που μου έδειξε αυτό τον δρόμο, υπήρξαν όμως ερεθίσματα που τα εισέπραξα στην μικρή μου ηλικία και όταν ήρθε η στιγμή βγήκαν στην επιφάνεια.  Ο πρώτος που μου έδωσε το ερέθισμα ήταν ο πάππους μου, που ήταν και ηθοποιός, και ο άλλος άνθρωπος ήταν ο Γιώργος Μαρίνος, τον οποίο παρακολουθούσα και με συγκλόνιζε το πάθος, η εκφραστικότητα, η ενέργεια και η επαφή του με τον κόσμο.

Έχεις κάποια ανάμνηση από τον Γιώργο Μαρίνο;

Πολλές!! Μία που θυμάμαι πολύ έντονα, ήταν όταν τραγούδησε το «Σεξ» για πρώτη φορά. Θυμάμαι πόσο καταπληκτικό, αστείο και ταυτόχρονα σοκαριστικό ήταν αυτό ο τραγούδι. Για ένα παιδάκι όλα αυτά τα λόγια, δημιουργούσαν την ιδέα του παράνομου. Επίσης, τον Γιώργο Μαρίνο τον έχουν βάλει στη φυλακή. Το 1969-1970, στα πρώτα χρόνια της Χούντας, ο Μαρίνος σατίριζε τους επώνυμους και την γυναίκα του Παπαδόπουλου, του δικτάτορα. Κάποια στιγμή, ενώ την σατίριζε, μπήκαν μέσα στο μαγαζί άνθρωποι του δικτάτορα και τον πήγαν στη φυλακή. Για καλή του τύχη, έπεσε στον υποδιοικητή της ασφάλειας, ο οποίος του ζήτησε να σταματήσει να σατιρίζει την γυναίκα του Παπαδόπουλου και του είπε, πως είναι τυχερός που δεν είναι στο τμήμα ο διοικητής. Έτσι, ο υποδιοικητής τον άφησε ελεύθερο και του είπε πως την επόμενη φορά δεν θα έχει την ίδια τύχη, εάν και εφόσον συνεχίσει.

Τι δεν γνωρίζουμε για τον Κωσταντίνο; Ποια είναι τα χόμπυ του;

Το ψαροντούφεκο είναι η μεγάλη μου αγάπη. Το καλοκαίρι πάω μία εβδομάδα, στήνω την σκηνή μου και κάθομαι στην παράλια όλη μέρα και όλη νύχτα. Προμηθεύομαι μόνο νερά και παξιμάδια, ψαρεύω και τρώω τα ψάρια πουπιάνω. Αυτή η εβδομάδα είναι η προσωπική μου ψυχοθεραπεία και την περιμένω πως και πως.

Ο «Δούκας» από τις «Άγριες Μέλισσες» στο Journalize. «Ο Δούκας θα βρίσκεται στη δεύτερη σεζόν της σειράς»

(Μία συνέντευξη εφ΄ όλης της ύλης με τον Λεωνίδα Κακούρη)

Ύστερα, από μία μάχη με έναν αόρατο εχθρό και σε αβέβαιες ακόμα συνθήκες, συναντώ τον Λεωνίδα Κακούρη. Μετράει περίπου 3 δεκαετίες στον χώρο του θέατρου και έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια του, στους χαρακτήρες που έχει ενσαρκώσει. Συστήθηκε στο ελληνικό κοινό το 1993, όταν συμμετείχε στην τηλεοπτική σειρά της Έλενας Ακρίτα και του Γιώργου Κυρίτση «Γόβα Στιλέτο». Λίγο αργότερα, καθήλωσε το ελληνικό κοινό ερμηνεύοντας από το 1996 έως το 1998 τον «Τίμο Δράκο» στην τεράστια τηλεοπτική επιτυχία της εποχής, την «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου, ενώ με το ταλέντο του αγκάλιασε κάθε ρόλο, που βρέθηκε στο διάβα του. Κανείς δεν ξεχνά την ερμηνεία του στη σειρά «Της Αγάπης Μαχαιριά», στις «Ιστορίες του Αστυνόμου Μπέκα» ή στους «Αληθινούς Έρωτες».

Υστέρα από 9 χρόνια τηλεοπτικής αποχής, αλλά συχνής παρουσίας στο θεατρικό σανίδι, τον απολαύσαμε τη σεζόν 2018-2019 στην σειρά του Ant1 «Η επιστροφή», κάνοντας κυριολεκτικά μία ηχηρή επιστροφή στην ελληνική τηλεόραση.

Η σεζόν 2019-2020 τον βρίσκει στην μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του Ant1 τις «Άγριες Μέλισσες». Αυτή τη φορά ο Λεωνίδας Κακούρης συστήθηκε ως Δούκας Σεβαστός. Είναι ο μεγαλογαιοκτήμονας του μικρού χωριού της δεκαετίας του 60 και ο αδίστακτος, σκληρός και φιλόδοξος άνδρας, που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του, έχοντας ως μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση του προσωπικού του συμφέροντος. Προς το παρόν, ο Δούκας εξολοθρεύει κάθε πιθανό εχθρό, που απειλεί την εξουσία του. Όμως οι εχθροί πολλαπλασιάζονται και τα κάστρα, που με δόλο, έχει χτίσει, θα αρχίζουν να γκρεμίζονται ένα-ένα. Η θηλιά γύρω από το λαιμό του, φαίνεται να τον σφίγγει και όταν στερέψει από οξυγόνο, οι εξελίξεις στο «Διαφάνι» θα είναι καταιγιστικές.

Πριν η ανθρωπότητα δεχτεί εκείνη την αόρατη επίθεση, τον απολαμβάναμε στο θέατρο σε δύο πετυχημένες παραστάσεις, στις «7 Αναζητήσεις» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και στην παράσταση «Ο Κάτω Παρθενώνας» στο θέατρο Άλμα σε σκηνοθεσία της Βάνας Πεφάνη. Για αυτή την καλοκαιρινή σεζόν, ο Λεωνίδας Κακούρης θα βρεθεί επί σκηνής με την παράσταση «Ο κάτω Παρθενώνας», ενώ πραγματοποιήσει και έναν μικρό κύκλο διάφορων άλλων παραστάσεων.

Είναι από τους ηθοποιούς που έχουν την μαγική ικανότητα, να κυβερνούν την φωνή τους, δίνοντας ζωή, με κάθε λέξη που πέφτει από τα χείλη, σε πολλούς φανταστικούς και μυθικούς χαρακτήρες. Έχει χαρίσει την φωνή του, στον «Ντιέγκο» από την «Εποχή των Παγετώνων», στον «Ράνταλ τη σαύρα» από τον «Μπαμούλα Α.Ε», στον «Ντέιβιντ» από τον «Μπόμπ Σφουγγαράκη», στον «Μέτρομαν» από την ταινία «Μεγαλοφυής», στον «Μάντις» από το «Kung Fu Panda 1&2», στον «Μωησή» από τον «Βασιλιά της Αιγύπτου» και σε πολλούς άλλους αγαπημένους παιδικούς ήρωες.

Ο Λεωνίδας Κακούρης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1967, από μετανάστες γονείς. Σε μικρή ηλικία επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Το ταξίδι της ζωής του -κατά τα παιδικά του χρόνια- ταραχωδικό, καθώς σε μικρή ηλικία έχασε την αδελφή του και αργότερα τον πατέρα του. Σήμερα ο ίδιος, προτιμά να ζει παρά να ελπίζει, απολαμβάνοντας την ξεγνοιασιά και τη γλυκύτητα της ζωής κοντά στην όμορφη οικογένεια του και παίρνοντας δύναμη από τον ρόλο του ως μπαμπάς, έχοντας κάνει περήφανους εκείνους που σιωπηρά τον παρακολουθούν.

Μια από τις αγαπημένες του ασχολίες είναι η διακόσμηση. Αγαπά να επεξεργάζεται και να αναδιαμορφώνει αντικείμενα που βρίσκει στον δρόμο, δίνοντας τους μορφή και ζωντάνια, γεμίζοντας έτσι κάθε γωνία του σπιτιού του με ξεχωριστές πινελιές και ιδέες.

Αμέσως κατάλαβα, ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που η δύναμη του ξεχειλίζει, που με εντιμότητα και σεβασμό ζει την πιο βαθιά και αληθινή ζωή. Έχω να θυμάμαι έναν άνθρωπο, με μεγάλο σεβασμό, και μία συνέντευξη, όντας γεμάτη ευγνωμοσύνη.

Και ενώ όλα κυλούσαν ομαλά, εν μέσω μιας δύσκολης καθημερινότητας με σκληρά γυρίσματα και πρόβες, έρχεται ένας πολύ μικρός και αόρατος εχθρός για να διαταράξει την καθημερινότητα σας. Πως αντιμετωπίσατε αυτή την αλλαγή;

Με αυτή την αλλαγή, ξεκίνησε και ο ύπνος, ο οποίος ήταν πολύ παραπονεμένος, όλο αυτό το διάστημα. Εμφανίζονταν με κάθε τρόπο στο πρόσωπο μου, όταν το κοίταζα στον καθρέπτη. Για καμία εβδομάδα έγινα με τον ύπνο, κολλητός φίλος.  Η αλήθεια είναι, ότι η αλλαγή ήταν απότομη. Πέρασα μία καλή πρώτη εβδομάδα εξοικείωσης με την κατάσταση, παράλληλα όμως αγχώθηκα και άρχισα να σκέφτομαι το μέλλον βάζοντας ερωτηματικά. Παρότι η ζωή, προσπαθεί να δείξει ότι συνεχίζει όπως ήταν, παραμένουμε σε μία κατάσταση παύσης και αναμονής.  Κάτι έχει αλλάξει, κάτι έχει διασαλευτεί. Συναντάμε πλέον ακρότητες, από τη μία τον άνθρωπο, που ο φόβος του έχει γίνει εμμονή και από την άλλη, εκείνον που αγνοεί τα δεδομένα.  Πρέπει να βρεθούμε κάπου στη μέση. Αν αυτό συνεχιστεί για πολύ θα έχουμε προβλήματα, κυρίως με την ψυχική μας υγεία, διότι η ανθρώπινη επαφή και οι σχέσεις μένουν μετέωρες. Ζωή είναι, οι συνάψεις, οι γνωριμίες, οι φιλίες και οι έρωτες, τώρα όλα αυτά έχουν παγώσει και το άσχημο είναι, ότι ο πάγος δεν λιώνει.  Αισθάνομαι, ότι ζούμε τη ζωή μας, όχι με γενναιότητα, αλλά με καχυποψία και αμφιβολία.

Στις ημέρες του εγκλεισμού, ποιες ήταν οι διάφορες ασχολίες σας στο σπίτι;

Αφιέρωσα χρόνο στα παιδιά μου, μιας και αυτή τη χρονιά λόγω δουλείας έλειπα πολύ από το σπίτι. Είδα και μία σειρά, το Breaking Bad, που δεν είχα βρει τον χρόνο.

Έχετε μία ιδιαίτερη σχέση αγάπης με την διακόσμηση, καθώς σας αρέσει να αναδιαμορφώνετε και να δίνετε ένταση και «ζωή» στα αντικείμενα που βρίσκετε στα σκουπίδια. Εν μέσω καραντίνας ανανεώσατε την διακόσμηση στο σπίτι σας;

Η αλήθεια είναι, ότι η διακόσμηση είναι μία ασχολία που μου αρέσει πάρα πολύ. Μέχρι που έγινα μπαμπάς και έμενα στα Εξάρχεια, είχα στήσει ένα ολόκληρο σπίτι, από πράγματα που είχαν πετάξει άλλοι άνθρωποι. Δεν τα λέω σκουπίδια, είναι χρήσιμα αντικείμενα, που έχουν αφήσει κάποιοι, δίπλα από τα σκουπίδια. Μάλιστα, εκείνη την εποχή παρακαλούσα να έχω ένα φορτηγάκι, να μπορέσω να τα μεταφέρω όλα. Μου αρέσει το σπίτι μου, να φέρει μία δική του ύπαρξη. Τότε, έκανα καθημερινά αλλαγές και προσπαθούσα να βρω νέους τρόπους διακόσμησης και νέα χρήσιμα αντικείμενα. Στην καραντίνα, πραγματικά ήρθε η αποφόρτιση όλης αυτής της κούρασης, που είχα υποστεί αυτή τη σεζόν, οπότε δεν μπόρεσα να θυμηθώ τις παλιές μου ασχολίες.

Λίγο πριν βρεθούμε αντιμέτωποι με όλη αυτή την κατάσταση, σας απολαμβάναμε καθημερινά, με νέα επεισόδια, στην σειρά «Άγριες Μέλισσες» του Ant1, ως τον «Δούκα Σεβαστό». Πως μπαίνει ο σκληρός Δούκας στη ζωή του Λεωνίδα Κακούρη;

Με ένα τηλεφώνημα. Αρχικά, μου πρότειναν είτε τον ρόλο του Δούκα Σεβαστού, είτε του Μιλτιάδη. Μου είπαν βέβαια εξαρχής, ότι με είχαν στο μυαλό τους για τον ρόλο του Δούκα. Διαβάζοντας τα σενάρια συμφώνησα αμέσως και ξεκινήσαμε τη συνεργασία.

Την σεζόν 2020 ήρθε ο σκληρός Δούκας, τη σεζόν 2018-2019 στην σειρά του Ant1 «Η Επιστροφή» είχε έρθει ο ρόλος, του επίσης κακού, Λευτέρη Ανδρέου. Είχατε δεύτερες σκέψεις, όταν αντιληφθήκατε ότι και πάλι θα έρθετε αντιμέτωπος με έναν κακό χαρακτήρα;

Η αλήθεια είναι, ότι αρχικά προσπάθησα με έναν τρόπο να αποφύγω τον κακό, στον βαθμό -που φυσικά- μου δίνονταν η επιλογή. Όταν όμως διάβασα τα σενάρια και μου εξήγησαν τους ρόλους, συνέβη, ότι ένοιωσα και πέρυσι με τον Λευτέρη, τον οποίο επέλεξα συνειδητά ανάμεσα σε διάφορους ρόλους. Ο λόγος είναι, διότι είδα έναν πολυσύνθετο και πολυδιάστατο ρόλο, με μία τεράστια γκάμα συναισθημάτων. Οι ρόλοι αυτοί, είναι υποκριτές μέσα στην υποκριτική και είναι φοβερά γοητευτικοί. Ο Λευτέρης, παρίστανε κάποιον άλλο, ήταν ο υπεράνω πάσης υποψίας, ο οικογενειακός φίλος και αποδείχθηκε το άρρωστο μυαλό. Όλο αυτό, όπως και ο πολυδιάστατος ρόλος του Δούκα με γοήτευσαν αμέσως.

Τι άνθρωπος είναι ο Δούκας, ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο συμπεριφέρεται έτσι;

Ο Δούκας είναι ένας άνθρωπος βασανισμένος, κακοποιημένος και κατ’ επέκταση κακός. Μέσα από τις πολύ σκληρές εμπειρίες που έχει βιώσει, έμαθε ότι για να πετύχεις σε αυτή τη ζωή πρέπει να προσανατολίσεις όλο σου τον εαυτό, στο να αναπτύξεις όση περισσότερη εξουσία μπορείς. Ο πλοηγός για να μεταφερθεί κανείς στα μονοπάτια της εξουσίας, είναι το χρήμα. Από τη στιγμή που ο Δούκας κατάλαβε, ότι το να «αβγατίσει» την περιουσία του πατέρα του είναι το κλειδί, στράφηκε αποκλειστικά προς αυτό τον σκοπό, πατώντας επί πτωμάτων. Βέβαια και η γυναίκα του είναι ο πλέον ακατάλληλος άνθρωπος, για να τον οδηγήσει προς τον καλό δρόμο. Να τονίσω, ότι ο Δούκας μπορεί να είναι ότι είναι, αλλά υπάρχει και μία άλλη πλευρά, στην οποία -μέσα σε έναν δικό του ηθικό κώδικα- απονέμει δικαιοσύνη. Είναι ακριβοδίκαιος και σοφός, υπάρχουν ορισμένα ουσιαστικά και θετικά πράγματα, που βλέπουμε και θα τα δούμε αρκετές φορές. Αδιαμφισβήτητα, όμως είναι ένας άνθρωπος διαταραγμένος.

Για να καταφέρετε να αποδώσετε αυτή την πολυσύνθετη προσωπικότητα, προσπαθείτε να βρείτε κοινά χαρακτηριστικά;

Δεν προσπαθώ να βρω κοινά με εμένα, προσπαθώ να αντιληφθώ τον ήρωα, τον τρόπο που περπατάει, που σκέφτεται και τις σκοτεινές πλευρές του, αφού φωτίσω όλα όσα κρύβονται ερμητικά μέσα του. Προσπαθώ να διώξω την μούχλα, για να δω τι είναι εκείνο που τον πονάει. Αν δεν μπορέσει ένας ηθοποιός, να αντιληφθεί όλο αυτό το υποβόσκον κομμάτι του χαρακτήρα, θα παίζει το σχήμα του Δούκα και όχι την ουσία του ρόλου, δηλαδή έναν άνθρωπο με πολλά προβλήματα ψυχικά, που δημιουργούν την τελική εικόνα.

Κάτω από αυτή τη μούχλα, πίσω από αυτό το πέπλο, τι προβλήματα βρίσκετε εσείς;

Βρίσκω έναν πατέρα που έχει πολλά κοινά με το δεύτερο παιδί του, τον Κωνσταντή. Αισθάνομαι, ότι ο Δούκας κάνει το ίδιο λάθος που έκανε ο πατέρας του, ο οποίος υπερεκτιμούσε τον ένα γιο, τον Μιλτιάδη και μείωνε διαρκώς τον άλλον, τον Δούκα. Αυτό αναπόφευκτα δημιουργεί ένα κόμπλεξ κατωτερότητας. Έτσι, για να μπορέσει να διαχειριστεί, όλα όσα του συνέβαιναν, έγινε αυτός ένας άνδρας που έβαλε πάνω του μία πανοπλία, για να καλύψει τον ανάπηρο άνδρα που έκρυβε μέσα του.

Κάποια στιγμή θα δούμε αυτό τον εσωτερικό κόσμο, θα δούμε τον Δούκα να βγάζει αυτή την πανοπλία;

Οι πληροφορίες μου και τα σενάρια που έχω προς το παρόν στα χέρια μου, γράφουν ότι αρχίζουν σταδιακά να εμφανίζονται ρωγμές στο σύστημα διαπλοκής που είχε στήσει ο Δούκας. Κάποιοι κρίκοι από την αλυσίδα αρχίζουν να σπάνε, και αφού σπάνε οι κρίκοι αρχίζουν και μπαίνουν κάποιες πληροφορίες, που με τη βοήθεια του Νικηφόρου, θα κυκλώσουν απειλητικά τον Δούκα. Εγώ φαντάζομαι και θα ήθελα, να έρθει αντιμέτωπος με τον εαυτό του και να πάρει -έστω και αργά- ένα μάθημα ζωής. Του αξίζει, διότι ζει μία ζωή που ενώ νομίζει ότι διαφεντεύει τους πάντες, δεν την ορίζει. Αγνοεί όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, ζει στον κόσμο του. Η γυναίκα του έχει σχέσεις με άλλους άντρες, αγνοεί τις δράσεις του Κυπραίου, του Κλεομένη, αγνοεί το παιδί της Ασημίνας, και όμως πιστεύει ότι είναι ο μοναδικός αρχηγός στο Διαφάνι. Είναι τραγική ειρωνεία αυτό και δεν μπορώ να φανταστώ πως θα αντιδράσει, όταν τα μάθει όλα.

Ποια είναι η πιο δύσκολη σκηνή σας; Εκείνη στην οποία, ως ηθοποιός, δυσκολευτήκατε;

Σε αυτή τη σειρά υπάρχουν πολλές δύσκολες σκηνές, στις οποίες υπάρχει αγωνία, διότι ασχέτως βαρύτητας και δυσκολίας, πρέπει να γίνουν με έναν μηχανισμό γρήγορο. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι, ότι πρέπει να αλλάζουμε από σκηνή σε σκηνή γρήγορα και άμεσα. Στις δύσκολες σκηνές, που μπορεί να γίνονται back to back δεν υπάρχει χρόνος για να σχεδιάσεις, να μελετήσεις και να κάνεις πρόβα. Συνεπώς, έχεις αγωνία εκείνη τη στιγμή για το αποτέλεσμα. Ενδεικτικά, ως δύσκολη θα πω την σκηνή όπου ο Δούκας, πιάνει στα «πράσα» τον Μελέτη και την Πηνελόπη, όταν το σκάνε.

Πως ανταποκρίνεστε σε αυτή την κατάσταση αγωνίας που προαναφέρατε; Υπάρχει τρόπος, για να μετριαστεί το ρίσκο, του να βγουν μέτριες -λόγω πίεσης χρόνου- οι δύσκολες σκηνές;

Βέβαια, υπάρχει η επιλογή του safe δρόμου, στον οποίο η σκηνή θα βγει μισή σε εκείνο τον χρόνο. Εμένα ποτέ δεν μου άρεσε αυτός ο δρόμος. Για εμένα σε αυτές τις περιπτώσεις, πέφτει ένας διακόπτης, ξεχνάω κάθε άγχος και αγωνία, για τη δυσκολία, και μπαίνω στην αναπνοή του Δούκα. Όταν μπω στην αναπνοή του, είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω ό,τι μου εμφανίσει ο υποκριτικός μου εαυτός.

Θα δούμε κάτι καλό στον Δούκα κάποια στιγμή;

Το εύχομαι! Μέχρι στιγμής δεν βλέπουμε κάτι καλό. Πρόσφατα γύρισα μία σκηνή, όπου την ώρα που είναι σίγουρος, ότι για μία ακόμη φορά θα κατευθύνει τις καταστάσεις και τα πράγματα, ραγίζει και τσακίζεται στην ιδέα, ότι μπορεί να δολοφόνησε άδικα τον Γιάννο. Είναι φορές, που αυτός ο χαρακτήρας κλαίει, λυγίζει και είναι ρημαγμένος, πράγμα που βέβαια χρησιμοποιεί αργότερα, ως επιχείρημα.  

Νομίζω, οι λάτρεις των «Άγριων Μελισσών» περιμένουν με αγωνία να δουν, πως θα αντιδράσει ο Δούκας, όταν εμπεριστατωμένα μάθει ότι ο δολοφόνος του γιου του, δεν ήταν ο Γιάννος.

Έχω και εγώ αγωνία. Ωστόσο, νομίζω ότι και πάλι θα ενεργήσει βασισμένος στο προσωπικό του συμφέρον. Θα λειτουργήσει πάλι σαν λύκος.

Αυτή τη στιγμή βλέπουμε τον τρίτο γιο, τον Νικηφόρο, να λειτουργεί πίσω από την πλάτη του Δούκα και να προσπαθεί να τον παγιδεύσει. Θα τον καταλάβει ο Δούκας, ποια θα είναι η εξέλιξη αυτής της κατάστασης;

Νομίζω θα το καταλάβει, το φαντάζομαι και σαν μοχλό εξέλιξης. Το πως θα αντιδράσει ο Δούκας, δεν το ξέρω, γιατί δεν γνωρίζω το μέγεθος του χτυπήματος που θα λάβει. Μπορεί το χτύπημα, να είναι τόσο μεγάλο που να μην υπάρχουν περιθώρια αντίδρασης. Όταν τα κάστρα του θα γκρεμίζονται ένα-ένα, τι δύναμη θα έχει;  

Έρχεται και η δεύτερη σεζόν των «Άγριων Μελισσών». Ο Δούκας θα παρουσιαστεί στους τηλεοπτικούς μας δέκτες; 

Ναι, έχουμε συμφωνήσει για την επόμενη χρονιά.

Γνωρίζετε, ποιοι είναι οι ηθοποιοί, που δεν θα βρίσκονται στο cast των «Άγριων Μελισσών» την επόμενη τηλεοπτική σεζόν; Συγκεκριμένα αναφέρομαι στον Κυπραίο και στον Κλεομένη.

Αυτοί οι δύο, είναι ακραίοι ρόλοι. Αυτά που έχουν συμβεί, είναι πολύ δύσκολο να κρατήσουν αυτά τα πρόσωπα στην ιστορία. Δεν μπορώ να φανταστώ, ότι θα μπορούσαν αυτοί οι χαρακτήρες να συγχωρεθούν, για όλα όσα έχουν κάνει. Σίγουρα, αυτό είναι δυσάρεστο. Κάποιοι ήρωες που αγαπά πολύ το κοινό πρέπει να θυσιάζονται. Φυσικά, ποτέ δεν ξέρεις.

Να περιμένουμε καταιγιστικές εξελίξεις στο Διαφάνι;

Δεν τους προλαβαίνουμε! Η καραντίνα, γέννησε φοβερές ιδέες.

 

Η αλήθεια είναι, ότι από το πρώτο κιόλας επεισόδιο η σειρά αυτή, είναι γεμάτη ανατροπές. Μήπως οι συνεχείς ανατροπές γίνουν κουραστικές; Μήπως όταν βλέπουμε συνεχώς ακραίες αλλαγές, είμαστε έτοιμοι και μπορούμε να προβλέψουμε, έως και το πιο ακραίο σενάριο; 

Ακόμα και αυτό πρέπει να γίνεται με μέτρο. Γίνονται ανατροπές, αλλά κάθε φορά η ανατροπή αγγίζει διαφορετικά κομμάτια της ιστορίας. Οι σεναριογράφοι, έχοντας στο νου τους ένα δέντρο, αναπτύσσουν κάθε φορά ένα διαφορετικό κλαδί. Μπορεί ο κόσμος να είναι έτοιμος για κάποια ανατροπή, δεν γνωρίζει όμως ποιο κλαδί, θα αγγίξει η εκάστοτε ανατροπή.

Αυτή τη στιγμή θα μπορούσατε να μου πείτε, ποιο κλαδί μαίνεται να αγγίξει η επόμενη ανατροπή;

Φαντάζομαι, δεδομένης της προσθήκης του Νίκου Ψαρά, που θα υποδυθεί τον σύζυγο της Βιολέτας (Θεοφανία Παπαθωμά), θα δούμε να συμβαίνουν αρκετά πράγματα εκεί. Ο Παναγιώτης (Αλέξανδρος Καλπακίδης), ίσως αντιδράσει, αφού θα νοιώσει υπεύθυνος για την Βιολέτα.  

Πριν έρθει «Η Επιστροφή» και οι «Άγριες Μέλισσες» διαγράψατε μία τηλεοπτική αποχή, που διήρκησε 9 χρόνια. Ήταν αυτό μία συνειδητή επιλογή; 

Δεν είχα εκείνη την περίοδο ιδιαιτέρες προτάσεις για την τηλεόραση. Η αλήθεια είναι ότι δεν έτυχε, ωστόσο και εγώ ποτέ δεν έριξα βάρος στην τηλεόραση επιδιώκοντας τη δημοσιότητα και το να βρίσκομαι στην επικαιρότητα.

Υπήρξε κάποια τηλεοπτική δουλειά εκείνα τα χρόνια, που σας γοήτευσε πολύ;

 Ναι, μου άρεσε πολύ η δουλειά του Θοδωρή Παπαδουλάκη στον Alpha, το «Η λέξη που δεν λες»

Ακούγοντας σας τώρα στην συνέντευξη μας, καταλαβαίνω ότι ο τόνος της φωνής σας, δεν είναι εκείνος που χρησιμοποιεί ο Δούκας. Πως καταφέρνετε να αλλάζετε την φωνή σας κατά αυτό τον τρόπο, και μάλιστα να διατηρείτε τον τόνο ακέραιο, όταν ενσαρκώνετε τον Δούκα;

Η αλήθεια είναι, ότι πλέον αφήνομαι. Δεν προσπαθώ επιτηδευμένα να αλλάξω την φωνή μου. Εκ φύσεως έχω μία μεγάλη ευκολία στο να αλλάζω, να χρωματίζω και να τοποθετώ, όπου θέλω την φωνή μου.

Είστε και ένας πολύ καλός ηθοποιός φωνής λόγω αυτού του χαρίσματος σας. Από όλες τις μεταγλωττίσεις που έχετε κάνει, ποιος είναι ο αγαπημένος σας χαρακτήρας;

Μου άρεσε πολύ ο «Ράνταλ», η σαύρα, από το «Μπαμπούλας Α.Ε» και ο «Captain Hook» από το «Peter Pan».

Πως αντιληφθήκατε, αυτό το ταλέντο σας, αλλά και την αγάπη σας για την υποκριτική;

Από μικρός είχα έφεση στα καλλιτεχνικά. Γενικά, στην εφηβεία αντιλήφθηκα την αγάπη μου για την υποκριτική, όταν σκηνοθετούσαμε μικρές παραστάσεις με έναν φίλο μου, και κάναμε stand up comedy. Εκεί ήταν, που κάνοντας μιμήσεις για πλάκα,  κατάλαβα ότι έχω την δυνατότητα, να αλλάζω και την φωνή μου.

 

Θυμάστε να μου πείτε κάτι από εκείνα τα χρόνια; Δεν μπορώ να φανταστώ, τι μπορεί να σκηνοθετούσε ένα μικρό παιδί.

Σατιρίζαμε περισσότερο, περιστατικά του σχολείου, τους καθηγητές και την επικαιρότητα. Κάναμε γενικά μικρά σκετσάκια, νοικιάζαμε ένα θέατρο και παίζαμε εκεί τις παραστάσεις μας.

Με το τραγούδι ασχοληθήκατε ποτέ, μιας και έχετε τέτοιες φωνητικές ικανότητες;

Μονάχα ερασιτεχνικά. Ομολογουμένως αυτό είναι κάτι, που θα ήθελα να μελετήσω και να ασχοληθώ περισσότερο. Κυρίως μελέτησα και αυτή την οδό, όταν έπρεπε να ενσαρκώσω τον Νικόλα Άσιμο και τον Βασίλη Τσιτσάνη.

Δύο εμβληματικοί χαρακτήρες, που σας «κυνηγούν» στο θέατρο…

Πράγματι. Μου αρέσει που στην ζωή μου ενσάρκωσα αυτούς τους χαρακτήρες.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες, μίας και μιλάμε για σπουδαίες προσωπικότητες, που έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην ιστορία της μουσικής;

Ο Νικόλας Άσιμος μπήκε στη ζωή μου, το 2013, με τον Γιώργο Κορδέλλα. Είχε κάποιες αντικειμενικές δυσκολίες αυτός ο χαρακτήρας, διότι τότε δεν μπορούσαν να γίνουν οι απαραίτητες πρόβες και κατ΄ επέκταση να ωριμάσει ο ρόλος, καθώς συνέβη κάτι άσχημο στον σκηνοθέτη μου. Μπορώ να σου πω, ότι τότε ένοιωθα εντελώς εκτεθειμένος, είχα πολύ μεγάλη ανασφάλεια, μιας και το μουσικό κομμάτι αποτελούσε ένα πολύ μεγάλο μέρος της παράστασης. Το ιδιαίτερο αυτής της ιστορίας είναι, ότι μόλις βγήκα στην σκηνή, είδα πόσο ψάρωσαν μαζί μου, έβλεπα τους θεατές αποσβολωμένους και τότε σκέφτηκα ότι «κάτι συνέβη εδώ, κάτι δημιούργησα στην ψυχή του κοινού». Τότε θυμάμαι είχα ακούσει όλες τις ηχογραφήσεις του Ν. Άσιμου, για να μπορέσω να φέρω τη φωνή του μέσα στο σώμα μου.

Από την άλλη, η ενασχόληση μου με τον Τσιτσάνη ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, σε μία δίωρη παράσταση το «Σερσέ λα φαμ» (=αναζητώντας τη γυναίκα). Εκεί, μπήκα βαθιά στην προσωπικότητα και στα τραγούδια του, αυτά τα φοβερά διαμάντια.  Θυμάμαι, ήταν συγκλονιστική εμπειρία εκείνη η παράσταση, είχα από κάτω τα παιδιά μου, την γυναίκα μου, την εγγονή του Τσιτσάνη και άλλους. Μπορεί να πήγαινα στο θέατρο άκεφος και κατά τη διάρκεια της παράστασης, όλο αυτό το κλίμα και η μουσική με συνέπαιρνε στο ρυθμό της και έβρισκα με μιας, όλη μου την ενέργεια. Αυτή η παράσταση, η οποία ήταν sold out διαρκώς, κατέβηκε εντελώς άδοξα, από το θέατρο Βορείου Ελλάδος, λόγω χρεών και οικονομικών ζητημάτων. Μακάρι κάποια στιγμή να γίνει πάλι κάτι ανάλογο.  Θα μπορούσε αυτή η παράσταση, να τελειώσει έτσι όπως της άξιζε.  Σταμάτησε αθόρυβα, σαν τους ανθρώπους που έφυγαν τις ημέρες το κορωνοϊού.

Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή τους. Ολοκληρώνοντας το σχολείο, ποιες είναι οι σπουδές που ακολουθείτε;

Πέρασα στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών της Νομικής, αλλά δεν τελείωσα τη σχολή, διότι ξεκίνησα παράλληλα τις σπουδές μου στο Εθνικό Θέατρο. Τα ωράρια στο Εθνικό ήταν τέτοια, που δεν προλάβαινα να παρακολουθώ και τα μαθήματα στη σχολή των Πολιτικών Επιστημών.  

Δεδομένων των αντικειμενικών δυσκολίων του επαγγέλματος του ηθοποιού, υπήρξαν στιγμές που μετανιώσατε για αυτή σας την απόφαση και νοιώσατε αβεβαιότητα;  

Ναι, υπήρξαν φορές που ένοιωσα αβέβαιος, για το που βρίσκομαι και τι κάνω.

Αναγκαστήκατε να κάνετε και άλλες δουλείες για να ανταποκριθείτε οικονομικά στις απαιτήσεις της καθημερινότητας; 

Φυσικά, εργάστηκα σε μπαρ ως μπάρμαν και ως σερβιτόρος, σε μία βιομηχανία γάλακτος, όταν ήμουν πιο μικρός και άλλα.

Στο σπίτι, τα παιδιά με δύο γονείς καλλιτέχνες, θέλουν και εκείνα να ακολουθήσουν την καλλιτεχνική οδό;  

Ακόμα δεν έχουν δείξει προς τα που θα στραφούν, όμως και τα δύο έχουν κλίση και ασχολούνται με τα καλλιτεχνικά. Η κόρη μου κάνει χορό, ασχολείται με την μουσική και ο γιος μου επίσης ασχολείται με την μουσική.

Ποια είναι η πιο συγκινητική στιγμή που σας έχουν χαρίσει τα παιδιά σας;

Γύρισα από ένα ταξίδι κάποια στιγμή, που έλειπα αρκετό διάστημα και έφτασα πολύ αργά τα ξημερώματα στο σπίτι. Έξω από την πόρτα, είχαν κολλήσει δύο ζωγραφιές με καρδούλες και μου έγραφαν «Μπαμπά μόλις έρθεις να μας ξυπνήσεις. Η μαμά μας άφησε» με τονισμένη υποσημείωση «Μην το ξεχάσεις, να μας ξυπνήσεις». Μόλις το διάβασα συγκινήθηκα πολύ και τα ξύπνησα.

Πως θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας;

Διαπιστώνω, ότι έχω μία διπολικότητα, από τη μία είμαι πολύ ντροπαλός και από την άλλη τρομερά αδιάντροπος.

Για εσάς τι σημαίνει υποκριτική;

Είναι μία ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί, έστω και αντίθετα στη ζωή, μέσα από τον μαγικό κόσμο που του ανοίγει η κουρτίνα του θεάτρου.  

Κωστής Σαββιδάκης – Ο παπά-Γρηγόρης από τις «Άγριες Μέλισσες» στο Journalize: «Ο παπάς είναι ικανός να πάρει το βάρος του φόνου πάνω του»

(Μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τον Κωστή Σαββιδάκη)

Φωτογραφία: Βίκτορ Λαμπρινός

Είναι ένας άνθρωπος γλυκύς με μία όμορφη και καθαρή ψυχή. Είπε το «ναι» σε αυτή τη συνέντευξη με τόσο μεγάλη χαρά, που εμένα με έκανε να χαίρομαι διπλά. Είναι από εκείνους τους αξιολάτρευτους ανθρώπους, που το βλέμμα τους σε καθησυχάζει και σε ηρεμεί. Είναι όλο καλοσύνη και ομορφιά. Στάζει γλυκιές λέξεις και όμορφες κουβέντες. Σαν να νοιώθω την αγνότητα της ψυχής του και αυτό είναι που με γοητεύει περισσότερο.

Μιλάει για όλους και για όλα στην συνέντευξη μας. Μου δίνει την ευκαιρία, να ξετυλίξω του κουβάρι της ζωής του και μονάχα ευγνωμοσύνη νοιώθω για αυτό. Παραδίνομαι στη ζωηράδα της συνομιλίας μας και περιμένω τις σκέψεις του, να ξεδιπλωθούν.

Γεννήθηκε και έχει μεγαλώσει στη Ρόδο. Κατάγεται από τα Σφακιά, με πολλές ρίζες από τα Δωδεκάνησα. Ήδη από τα 14 του έτη, εργάζονταν ως γκρουμ σε ξενοδοχεία ή σερβιτόρος σε μπαρ και εστιατόρια ή κάνοντας θεατρικό παιχνίδι σε παιδιά. Μετά το Λύκειο, και έχοντας αντιληφθεί την αγάπη του για την υποκριτική, ιδρύει με φίλους την θεατρική ομάδα «PRAXIS». Παράλληλα, όταν ξεκίνησε να λειτουργεί το θεατρικό Εργαστήρι της Ρόδου, άρχισε να παρακολουθεί σεμινάρια και να παίζει σε παραστάσεις. Αργότερα, ανέλαβε δράση ως επιχειρηματίας στο Νησί των Ιπποτών, ιδρύοντας το μπαράκι «ΑLTER EGO». Την επιχείρηση διατήρησε για 12 ολόκληρα χρόνια (2002-2014) μέχρι που πήρε την απόφαση, να μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα και να ασχοληθεί επαγγελματικά με την υποκριτική.

Τον έχουμε απολαύσει σε αρκετές από τις μεγάλες επιτυχίες της ελληνικής τηλεόρασης («Λόλα», «Singles», «Λατρεμένοι μου Γείτονες», «Με τα Παντελόνια Κάτω»)

Φέτος, μας έδωσε τη χαρά, να τον θαυμάσουμε μέσα από τη συχνότητα του ΑΝΤ1 και τις «Άγριες Μέλισσες», στον ρόλο του παπά-Γρηγόρη. Είναι ένας πράος και σεβάσμιος άνθρωπος, χωρίς βέβαια να λείπει από το καφενείο και τα γλέντια. Στα επόμενα επεισόδια αναμένουμε, πως θα γίνει ο μάρτυρας, των αμαρτιών των κατοίκων του μικρού χωριού της δεκαετίας του 50, διά της εξομολόγησης.

Βέβαια, η υποκριτική του ευφυΐα δεν θα μπορούσε να λείπει από τον κινηματογράφο. Μέσα στους επόμενους μήνες, θα έχουμε την δυνατότητα να τον παρακολουθήσουμε μέσα από τη μεγάλη οθόνη των κινηματογραφικών αιθουσών σε 3 ταινίες. Το Πάσχα θα ενσαρκώσει τον βοσκό, τον Μαυρογένη, στην ταινία «Το δείπνο του Βοσκού» του Γιάννη Στραβόλαιμου. Τον Σεπτέμβρη θα τον δούμε, ως Αιγύπτιο, στην ταινία «Εξορία» του Βασίλη Μαζωμένου. Λίγους μήνες αργότερα, θα γίνει ο βασιλιάς των αθανάτων στην ταινία «TISIS» του Γιώργου Ευαγγελόπουλου. Τέλος, θα τον απολαύσουμε σε ένα ντοκιμαντέρ, που θα αναβιώσει την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με τίτλο «ΧΩΡΥΓΟΣΚΑΛΑ – THE PATH OF SACRIFICE» του Κωνσταντίνου Γουργιώτη. 


Φέτος ζούμε μαζί σας μία μεγάλη επιτυχία, τις «Άγριες Μέλισσες». Τα κύματα αγάπης που στέλνει ο κόσμος είναι τεράστια. Περιμένατε αυτή την γλυκιά ανταπόκριση από τον κόσμο;

Διαβάζοντας τα πρώτα επεισόδια περίμενα ότι θα είναι κάτι πάρα πολύ καλό. Ήξερα μέσα μου ότι θα κάνει επιτυχία, κάνεις όμως  δεν ήξερε ότι θα γίνονταν τόσο μεγάλη επιτυχία. Μονάχα ευτυχία είναι όλο αυτό που βιώνουμε. Βέβαια υπάρχουν και κάποιες μεμονωμένες ακραίες περιπτώσεις, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ ζεστοί και θερμοί. Μπαίνουμε στα σπίτια των ανθρώπων και πραγματικά νοιώθω, ότι με κάποιο τρόπο έχουμε γίνει και εμείς μέλος της οικογένειας τους.

Έχει τύχει να σας στείλουν ιερείς μηνύματα, με αφορμή την ερμηνεία σας στη σειρά;

Πριν δύο μέρες συνέβη ένα περιστατικό. Πήγα στην Τράπεζα για κάποιες υποχρεώσεις. Στο ταμείο λοιπόν ήταν ένας ιερέας, ο οποίος μόλις ολοκλήρωσε την συναλλαγή του έρχεται, πάει να μου φιλήσει το χέρι και με αποκαλεί «Συνάδελφε»,  μπροστά στον κόσμο. Πάγωσα και του λέω γελώντας «Σας παρακαλώ μην το κάνατε αυτό». Όπως καταλαβαίνεις όλοι μας κοιτούσαν. Η αλήθεια είναι, ότι βλέπουν πάρα πολλοί ιερείς την σειρά και μου στέλνουν μηνύματα.   

Ο παπάς από όσο έχουμε ήδη δει, δεν γνωρίζει τίποτα από όσα συμβαίνουν στο μικρό χωριό της δεκαετίας του 1950…

Νομίζω ότι ο παπάς γνωρίζει τα πάντα, αλλά που να το πει και που να τον πιστέψουν.  Μέσα από τις εξομολογήσεις θα μάθει πολλά πράγματα, στα επόμενα επεισόδια.

Πως πιστεύετε ότι θα αντιδράσει ο παπάς, όταν μάθει τι έχουν κάνει οι 3 αδελφές που τόσο πολύ αγαπάει; Θα προσπαθήσει να τις καλύψει;

Είμαι σίγουρος ότι θα τις καλύψει, αν το μάθει. Είμαι σίγουρος ότι θα τις δικαιολογήσει, διότι αμύνθηκαν. Οποιοσδήποτε στην θέση τους, το ίδιο θα έκανε. Το ότι δεν ομολογήσαν, είναι ένα άλλο θέμα. Ίσως εκεί βρίσκεται η αμαρτία τους. Έκρυψαν τον φόνο και χρεώθηκε κάποιος άλλος την δολοφονία. Έχω ικανό τον παπά- Γρηγόρη να πάρει ακόμα και το βάρος του φόνου πάνω του.  

Ποιο είναι το ιδανικό τέλος για εσάς;

Να σου πω την αλήθεια, αυτό δεν το έχω σκεφτεί. Νομίζω όμως, ότι μία ιδανική σκέψη θα ήταν, να αφεθεί το τέλος κάπως μετέωρο στην σκέψη των τηλεθεατών. Θα ήταν ωραίο να το οραματιστεί ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

Ορμώμενη από το γεγονός ότι υποδύεστε τον ιερέα. Ποια είναι η δική σας σχέση με την θρησκεία;

Πολύ στενή.  Έχω μεγαλώσει μέσα στην εκκλησία. Μάλιστα η νονά μου είναι παπαδιά, γυναίκα παπά.

Να περάσω τώρα στην κινηματογραφική σας δράση. Στον αριθμό τρεις οι ταινίες που έχουμε να περιμένουμε από εσάς και ένα ντοκιμαντέρ.

Σωστά! Η πρώτη είναι η «Εξορία» του Βασίλη Μαζωμένου, η οποία ταξιδεύει στα Φεστιβάλ του εσωτερικού και του εξωτερικού. Τον Σεπτέμβρη θα επιστέψει στην Ελλάδα, για να παρουσιαστεί επίσημα στους κινηματογράφους.

Η δεύτερη ταινία είναι «Το δείπνο του Βοσκού» του Γιάννη Στραβόλαιμου, που περιμένουμε να βγει το Πάσχα. Εκεί υποδύομαι τον βοσκό, τον Μαυρογένη, ο οποίος έχει μεγαλώσει στα βουνά μακριά από τον κόσμο και ζει με τη γυναίκα του, τη Μαριώ. Οι δυο τους αποφασίζουν να κατέβουν στο χωριό Λαχανάδες, ώστε να προμηθεύονται ευκολότερα τα απαραίτητα για την συντήρησή τους. Εκεί, ο Μαυρογένης, βλέπει για πρώτη φορά Εκκλησία και Ιερέα. Λόγω της απονήρευτης και καλοσυνάτης καρδιάς του, ακούει με πολύ ενδιαφέρον τα όσα κηρύττει ο Παπά Φώτης και σταδιακά εξελίσσεται η ιστορία του και το ταξίδι του.   

Η Τρίτη ταινία είναι η «TISIS» του Γιώργου Ευαγγελόπουλου. Αυτή είναι μία ταινία επιστημονικής φαντασίας, με θνητούς και αθανάτους. Εγώ υποδύομαι τον βασιλιά των αθανάτων, που ρίχνει μία κατάρα «Οποίος θνητός ερωτοτροπήσει με αθάνατο, το παιδί θα βγει καταραμένο». Η συγκεκριμένη ταινία θα βγει τον Σεπτέμβρη και μάλιστα επειδή είναι πολύ χαμηλού budget, την γυρίζουμε 4 χρόνια.

Τέλος, έχουμε το ντοκιμαντέρ του Κωνσταντίνου Γουργιώτη με τίτλο «ΧΩΡΥΓΟΣΚΑΛΑ – THE PATH OF SACRIFICE» και αφορά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

 Φωτογραφία: Ηλίας Περγαντής

Τον Δεκέμβρη του 2018 βρεθήκατε και στην Αμερική, κάνοντας τον Δία σε μία παράσταση. Μιλήστε μου για αυτή σας την εμπειρία.

Ήταν μία απίστευτη εμπειρία. Ήταν τρελό. Μέσα σε 20 μέρες έπρεπε να μάθω τον ρόλο στα αγγλικά, ενώ τα αγγλικά μου δεν βρίσκονται σε άριστο επίπεδο. Ευτυχώς ο Δίας είναι Έλληνας, επομένως δικαιολογήθηκε η ελληνική προφορά που είχα. Η παράσταση πήγε πάρα πολύ καλά και γίνονταν συζητήσεις για να γυριστεί και ως κινηματογραφική ταινία. Ακόμα, πριν κάποιους μήνες μου έγινε πρόταση, να πάω ξανά στην άλλη μεριά του ατλαντικού για ένα σίριαλ αυτή τη φορά. Λόγω πιεσμένου ωραρίου στην Ελλάδα δεν θα μπορούσα να ανταποκριθώ στον ρόλο, μιας και ήταν βασικός από την μία και στην αγγλική γλώσσα από την άλλη. Δυστυχώς έπρεπε να αρνηθώ.

Πως είδατε τα πράγματα στην Αμερική στον χώρο της υποκριτικής;

Πολύ σωστά, ψυχρά, επαγγελματικά. Εκεί, ο ηθοποιός θα δουλέψει και θα πληρωθεί μέχρι και το τελευταίο λεπτό. Για παράδειγμα, όταν τελείωνε στις 22:30 η παράσταση, μέχρι τις 23:00 ο χώρος έπρεπε να αδειάσει, αν η ώρα έφτανε 23:01 χρεώνονταν η παραγωγή 14.000$ το λεπτό. Τα πάντα είναι business εκεί.  Φυσικά, όπως καταλαβαίνεις δεν υπάρχει αυτή η ζεστασιά που υπάρχει στην δική μας χώρα. Όταν όλα είναι αμιγώς επαγγελματικά το κλίμα είναι αναπόφευκτα σκληρό και ψυχρό.

Είχατε βρεθεί στο παρελθόν από την άλλη μεριά του ατλαντικού για επαγγελματικούς σκοπούς;

Στα 19 μου πήγα στο Los Angeles για 3 μήνες. Σκόπευα τότε, να βρω μία σχολή για να σπουδάσω υποκριτική. Με το χέρι στην καρδιά, θα σου πω ότι δεν μου άρεσε. Μάλιστα, οι σχολές ήταν πάρα πολύ ακριβές για τα δικά μου τα μέτρα και ένοιωθα ότι δεν μου ταιριάζει η ζωή και η νοοτροπία της χώρας. Τότε, που τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν διαφορετικά, ήμασταν κάθε βράδυ έξω. Αντίθετα, στην Αμερική ήμασταν όλη μέρα σπίτι και το Σάββατο κάναμε πιτζάμα πάρτυ, κάτι που εγώ -ως Έλληνας- θεωρούσα γελοίο (γέλια).

Ακόμα έχετε ιδρύσει και μία δική σας θεατρική ομάδα…

Ναι, οι «Συν Κάτι». Είναι μία ομάδα που έχουμε εδώ και 15 χρόνια, και ιδρύσαμε μαζί με τον Κωνσταντίνο Κωσνταντόπουλο. Είμαστε μία ομάδα που αγαπάμε πολύ αυτό που κάνουμε και προσπαθούμε να το κάνουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η ομάδα μας αναλαμβάνει τα πάντα παραγωγή, σενάριο, σκηνοθεσία.  

Το όνομα της ομάδας σας «Συν Κάτι», πως προέκυψε;

Στα μαθήματα υποκριτικής που κάνει ο Κωνσταντίνος, συνηθίζει να αναφέρει αυτή την έκφραση «Συν Κάτι», δηλαδή σε αυτό που κάνεις πρόσθεσε και κάτι ακόμα, για να κάνεις κάτι καλύτερο. Έτσι λοιπόν, κρατήσαμε αυτή την αγαπημένη έκφραση του Κωνσταντίνου.

Βέβαια κλείνοντας την ενότητα της υποκριτικής θα ήθελα να ρωτήσω, πότε εμφανίζεται το μικρόβιο;

Από την πολύ μικρή μου ηλικία. Θυμάμαι ότι πολλές φορές τριγυρνούσα στο χωρίο και έκανα ότι ήμουν κάποιος άλλος ή ένας αόρατος. Για παράδειγμα, δεν χαιρετούσα την γειτόνισσα, γιατί προσποιούμουν κάποιον άλλο. Μέσα μου θεωρούσα, ότι η γειτόνισσα δεν με γνώριζε, και αυτό γιατί εγώ είχα μπει στο πετσί του ρόλου.  Μάλιστα, κάποια στιγμή έκαναν και παράπονα στην μητέρα μου, της έλεγαν «Γιατί δεν μας μιλάει ο γιος σας;».

Μάλιστα, ασχοληθήκατε για ένα μικρό χρονικό διάστημα και με την πολιτική. Από το θέατρο στις κάλπες… Πως πήρατε αυτή απόφαση;

Ναι, κατέβηκα στις Ευρωεκλογές του 2019, μαζί με την Ζωή Κωνσταντοπούλου και ύστερα στις Βουλευτικές Εκλογές των Δωδεκανήσων, μιας και κατάγομαι από εκεί με το κόμμα «Πλεύση Ελευθερίας». Βέβαια δεν εκλέχτηκα, παρόλα αυτά η Ζωή ήταν μία γυναίκα, που πραγματικά εμπιστεύτηκα. Ποτέ δεν θα κατέβαινα με κανένα άλλο κόμμα. Θεωρώ ότι όλοι είναι απατεώνες. Η μόνη που με έπεισε και ότι είπε, το έπραξε, ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Παράτησε την θέση του Προέδρου της Βουλής, γιατί θεώρησε ότι τα άλλα πρόσωπα διέπρατταν προδοσία στη χώρα. Εμένα αυτό με έπεισε. Πιστεύω, ότι αυτή η γυναίκα έχει πράγματα να δώσει. Έτσι, όταν μου έκανε την πρόταση, δέχθηκα. Ήθελα να το παλέψω μαζί της και να την στηρίξω.

Αν σας ρωτούσα τι αποκομίσατε από όλη αυτή την εμπειρία, τι θα μου λέγατε;

Ότι παίζονται τρελά παιχνίδια πίσω από τις πλάτες των πολιτών. Συγκεκριμένα, το ποσοστό που έδωσαν στο κόμμα, με το οποίο κατέβηκα, ήταν 1,4%, όμως πριν ακόμα κλείσουν οι κάλπες έδιναν το ίδιο ποσοστό (1,4%). Μέχρι λοιπόν να κλείσουν οι κάλπες αυτό το ποσοστό δεν άλλαξε. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Πρόεδρος της «Πλεύσης Ελευθερίας», ζήτησε καταμέτρηση των ψήφων. Εκεί είδαμε πολλά παράδοξα και στημένα, τα οποία σύντομα θα ανακοινώσει η ίδια. Η ευθύνη είναι δικιά μας, νομίζω κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε, τι και ποιους ψηφίζουμε.

Σκέφτεστε να ασχοληθείτε κάποια στιγμή και πάλι με την πολιτική;

Δεν ξέρω! Αν μπορώ να φανώ χρήσιμος, στην συγκεκριμένη κυρία, την Ζωή Κωνσταντοπούλου, θα το έκανα.

Ποιο είναι το μήνυμα που θα στέλνατε στους νυν πολιτικούς εκπροσώπους της χώρας μας;

Να σεβαστούν τους ανθρώπους που τους έχουν ψηφίσει και όσοι αδυνατούν να το κάνουν, να μας αδειάσουν τη γωνιά.

Πως θα χαρακτηρίζατε εσείς ο ίδιος τον εαυτό σας;

Νομίζω είμαι ευγενής, είμαι καλός-καλός μέχρι να μου πατήσεις τον κάλο. Αν δεν νοιώσω σεβασμό, αλλάζω στάση. Όσο ήμερος είμαι, αν θυμώσω θα θυμώσω πολύ άσχημα.

Τι μουσική ακούτε;

Πραγματικά τα πάντα, θα μπορούσα μόνο να πω ότι δεν μου αρέσει η Hard Rock. Έχω μία ιδιαίτερη αδυναμία στα παραδοσιακά και τα τελευταία 3 χρόνια, ακούω πολύ βυζαντινή μουσική και εκκλησιαστικούς ψαλμούς.  Ηρεμεί το μυαλό μου και χαλαρώνει.

Ψέλνετε παράλληλα;

Όχι, αν και θα ήθελα πάρα πολύ. Την Μεγάλη Εβδομάδα πηγαίνω στην εκκλησία και προσπαθώ όσο μπορώ.

Πως περνάτε τον ελεύθερο σας χρόνο;

Μου αρέσει να είμαι με φίλους. Το καλοκαίρι αγαπώ την θάλασσα, τα ταβερνάκια, συνοδευόμενα από ούζο καλαμαράκια και χταποδάκια. Επειδή είχα για 12 χρόνια μπαρ στη Ρόδο, δεν μπορώ πια την έντονη μουσική. Θέλω στις εξόδους μου, να μπορώ να ακούσω και να ακουστώ.  

Αντιλαμβάνομαι μία κατάσταση με φίλους και όμορφες διαπροσωπικές συζητήσεις. Πως σας φαίνεται η σημερινή εποχή των διαδικτυακών μηνυμάτων;

Μου φαίνεται γελοίο και ταυτόχρονα ανατριχιαστικά τρομακτικό. Μάλιστα κάποια στιγμή, είδα ένα μικρό παιδί στην εκκλησία, το οποίο καθώς προσκυνούσε στην εικόνα πήγε να την «αλλάξει» σαν να ήταν τάμπλετ. Είναι μία εποχή που, ναι μεν όλες οι δουλείες γίνονται από τις ηλεκτρονικές συσκευές, αλλά χάνεται το μέτρο. Ο κόσμος πια δεν φλερτάρει. Στην δική μου εποχή θυμάμαι, ότι παντού και πάντα υπήρχε το φλερτ, αυτά τα όμορφα βλέμματα με τις κοπέλες. Δεν υπάρχει πια αυτό, είναι όλοι με ένα κινητό. Βλέπω αγόρια, να έχουν δίπλα τους πανέμορφες κοπέλες -και το αντίστροφο βέβαια- και στέλνουν μηνύματα, αντί να κοιτούν ο ένας τον άλλο.

Τι σημαίνει για εσάς η υποκριτική;

Σεβασμός στους χαρακτήρες, τους ρόλους και τα έργα που αναλαμβάνουμε.

Ο «Κερέμ» από το «Κόκκινο Ποτάμι» στο Journalize:  «Έμεινα στο υπερπολυτελές Loft του Bob Wilson, στο Manhattan, με θέα το Empire State Building»

(Μία συνέντευξη με τον ηθοποιό Θοδωρή Φραντζέσκο)

Αυτή τη φορά συναντώ τον Θοδωρή Φραντζέσκο, τον Κερέμ από τη σειρά -του Μανούσου Μανουσάκη- «Κόκκινο Ποτάμι», σε ένα μαγικό καφέ σε ένα μικρό στενάκι, που κρύβεται στο Μοναστηράκι.

Για το 2019 συστήθηκε επισήμως στο ελληνικό κοινό μέσα από τη συχνότητα του OPEN BEYOND, ως «Κερέμ Καρτάλ». Είναι εκείνος ο Τούρκος αξιωματικός που γεμάτος ηθική και αγάπη για τον συνάνθρωπο, προσπαθεί να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη και να σώσει εκείνους που αγαπά.  Είναι ένας χαρακτήρας που -όπως τονίζει ο Θοδωρής- ταίριαξε απόλυτα στη ιδιοσυγκρασία του. Τον αγάπησε και εμείς τον αγαπήσαμε μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία, που μας χαρίζει τις νύχτες κάθε Κυριακής.

Για τον Θοδωρή τα μονοπάτια της υποκριτικής υπήρξαν τραχιά και γεμάτα δυσκολίες. Μέχρι τα 19 του, ασχολήθηκε ενεργά με το ποδόσφαιρο, αργότερα ακολούθησε την ακαδημαϊκή οδό σπουδάζοντας στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστήμιου Κρήτης. Ωστόσο, η έλλειψη και το καλλιτεχνικό – δημιουργικό κενό που κυριαρχούσε στην ψυχή του, τον οδηγούν άμεσα στην Αθήνα και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Παρατηρώντας την εξέλιξή του, θα έλεγε κάνεις πως στο πρόσωπο της υποκριτικής βρήκε σίγουρα την ευτυχία και τον εαυτό του.

Κάθε φορά που μου μιλά για την τέχνη του, αποκτά ξαφνικά λαμπερά μάτια και ξεκάθαρη – στεντόρεια φωνή. Κάθε φορά που μου μιλά για τα μελλοντικά σχέδιά του, σίγουρα διακρίνω ένα αστείρευτο πάθος. Όπως μου εξομολογείται, επιθυμεί τη δημιουργία μίας δικής του θεατρικής παραγωγής σε συνεργασία με έναν δικό του άνθρωπο. Θέλει να δημιουργήσει τις παραστάσεις και τις δουλειές που ονειρεύεται, θέλει να κοιτάζει τους ανθρώπους θαρρετά στα μάτια και να υπερασπίζεται το δίκαιο έχοντας οραματιστεί έναν κόσμο ομορφότερο.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης μας, μου διηγείται και μία δική του παραμυθένια ιστορία. Απορροφημένη από την ιστορία του, ακούω προσεκτικά όσα βίωσε τις ημέρες που επισκέφθηκε τις ΗΠΑ και όλα όσα έμαθε, πλάι στον σπουδαίο Αμερικανό σκηνοθέτη Bob Wilson.

Ακόμα, μου μιλά για τη μουσική, μία ακόμη δική του μεγάλη αγάπη. Σαν να νοιώθω, ότι κάθε φορά που αφήνει να τον συνεπάρουν τα φτερά της μουσικής, εκείνος γραφεί μοναδικά κομμάτια. Στόχος του και επιθυμία μας, είναι να τα ακούσουμε μέσα από τους ραδιοφωνικούς δέκτες μας ή να τα απολαύσουμε στις σκηνές της Αθήνας.


Πως σου γίνεται η πρόταση για το «Κόκκινο Ποτάμι»;

Ήταν ένα από τα πολλά e-mail που είχα στείλει με το βιογραφικό μου. Στην πραγματικότητα έτυχε να στείλω το κατάλληλο e-mail, την κατάλληλη στιγμή και έτσι προέκυψε και το τηλεφώνημα τους.

Πέρασες από κάστινγκ για να καταλήξεις να ενσαρκώνεις τον «Κερέμ»;

Ναι, ήταν ένα σύντομο καστινγκ θα έλεγα. Θυμάμαι μπήκα στο γραφείο του κυρίου Μανουσάκη,  μου έδωσαν τον ρόλο του «Κερέμ», 2-3 σελίδες κείμενο και ακριβώς 5 λεπτά για να μάθω τα λόγια. Πηγαίνω έξω λοιπόν και δεν σου κρύβω ότι με έπιασε πονοκέφαλος, από τον ζήλο μου, να μάθω αυτές τις σελίδες και να τις αναπαράγω. Στο τέλος, η casting director μου είπε, ότι κατά πάσα πιθανότητα θα είμαι εγώ ο «Κερέμ» και πως από την πρώτη στιγμή, που με είδε ο κύριος Μανουσάκης, είχε οραματιστεί τον «Κερέμ».

Τι σοι άνθρωπος είναι ο Κερέμ;

Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ζει μέσα σε 2 κόσμους. Με το ένα πόδι βρίσκεται στον κόσμο που του επιβάλλουν οι συνθήκες της εποχής και με το άλλο πόδι βρίσκεται εκεί που πραγματικά επιθυμεί. Είναι ένας χαρακτήρας που πιστεύει στην αξία της ανθρώπινης φύσης. Δεν λογαριάζει ούτε διαφορές, ούτε διακρίσεις. Ο «Κερέμ» βρίσκεται αυτή τη στιγμή ανάμεσα στον πατέρα του και στην δικαιοσύνη. Μάλιστα οι αντιδράσεις αυτού του χαρακτήρα, προς ένα κυβερνητικό στέλεχος (προς τον πατέρα του, Υπουργό Μεχμέτ Καρτάλ) θεωρούνται ακραίες. Τότε, κανείς δεν είχε την δυνατότητα να πάει κόντρα στον λόγο του πατέρα του και πόσο μάλλον όταν αυτός ήταν στέλεχος της κυβέρνησης.

Νοιώθεις ότι έχεις κάτι από τον «Κερέμ»;

Ναι, όταν διάβασα τον ρόλο ένοιωσα κάτι μαγικό, ήταν σαν να διάβαζα τα λόγια που ενδεχομένως να έλεγα και εγώ ο ίδιος.  Έχω πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον «Κερέμ», διότι είμαι και εγώ ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων και δίκαιος.

Στα τελευταία επεισόδια δεν βλέπουμε τον «Κερέμ»… Τι συμβαίνει;

Ο «Κερέμ» βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην Κωνσταντινούπολη. Στο μεθεπόμενο επεισόδιο θα εμφανιστεί και από εκεί και πέρα η παρουσία του, θα είναι ενεργή μέχρι και το τέλος της σειράς.

Ψυχολογικά πόσο δύσκολο είναι να υποστηριχτούν αυτές οι σκηνές; Η γενοκτονία των Ποντίων είναι μία πληγή στην ελληνική ιστορία που μπορεί να κλείσει, είναι μία ιστορία αβάσταχτη για τους Έλληνες.

Σίγουρα είναι μία επίπονη διαδικασία. Πολλές φορές πριν ξεκινήσει το γύρισμα απομονώνομαι προκειμένου, να εντάξω τον εαυτό μου μέσα  στην φιλοσοφία και την ένταση της εποχής.  Ομολογουμένως, είναι πολύ επικίνδυνα μονοπάτια αυτά, σίγουρα τρομάζεις και δεν αποκλείεται να χαθείς. Κάθε φορά, κλείνω τα μάτια μου και με πιάνει ρίγος. Αντιλαμβάνομαι τι σημαίνει η στολή που φοράω και νοιώθω το όπλο που κρατάω. Σκέφτομαι ότι οι στιγμές που έζησαν αυτοί οι άνθρωποι ήταν τρομακτικές. Να σου πω, ότι όλα τα όπλα στη σειρά είναι αληθινά και έχουν συμμετάσχει σε πόλεμο, καθώς είναι από το Πολεμικό Μουσείο. Ταυτόχρονα όμως, όλα αυτά μας κάνουν να αντιλαμβανόμαστε πόσο τυχεροί είμαστε που ζούμε σε μία εποχή, στην οποία ναι μεν υπάρχουν προβλήματα, ωστόσο δεν βιώνουμε ως Έλληνες τις θηριωδίες που βίωσαν εκείνοι οι άνθρωποι.

Μπορείς να μου περιγράψεις ένα δύσκολο και σκληρό γύρισμα που είχατε;

Το καλοκαίρι, τότε που ήμασταν στα Δερβενοχώρια και γυρνούσαμε τη σκηνή από το πρώτο επεισόδιο, που θα είναι και το τελευταίο της σειράς. Ήμασταν με τις στολές, οι οποίες είναι ήδη πάρα πολύ ζεστές, και με 40-45 βαθμούς κελσίου καύσωνα. Οι σκηνές και οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ επώδυνες, διότι υπήρχαν όπλα, σκοτωμοί και φυσικά η επιμονή στην τελειότητα έφερνε διαρκείς επαναλήψεις. Είχαμε οδηγηθεί σε μία ακραία ψυχική και σωματική κατάσταση. Ήμασταν στα όρια της λιποθυμίας.

Τα γυρίσματα της σειράς έχουν ολοκληρωθεί;

Όχι. Ακόμα δεν γνωρίζουμε πότε θα γίνει το τελευταίο μας γύρισμα. Πιθανώς λίγο μετά το Πάσχα να έχουν ολοκληρωθεί.

Υπάρχει κάτι το οποίο μπορείς να μας αποκαλύψεις; Τι να περιμένουμε στα επόμενα επεισόδια;

Τραγικές, δραματικές και δύσκολες αποχωρήσεις.

Με την Ιφιγένεια, την οποία φαίνεται να αγαπά ο Κερέμ, τι θα συμβεί;

Κατά πάσα πιθανότητα, όπως άλλωστε έχουμε δει και στα επεισόδια που έχουν παιχτεί ως τώρα, ο έρωτας του Κερέμ προς την Ιφιγένεια δεν θα βρει ανταπόκριση.

Πότε μπήκε στη ζωή σου το μικρόβιο της υποκριτικής;

Πάντοτε υπήρχε. Το ένοιωθα μέσα μου και το εξέφραζα με διάφορους τρόπους, όπως στις σχολικές παραστάσεις. Πάντοτε αναλάμβανα τις παραστάσεις του σχολείου μας, ως σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής. Θυμάμαι όλοι λάμβαναν μέρος στη θεατρική ομάδα για να χάσουν μάθημα, όμως στο τέλος όλοι ξεγλιστρούσαν και έμενα μόνος στην σκηνή, με όλα τα άλλα παιδιά να κάνουν τα φαντάσματα ή τις φωνές. Μάλιστα όλο αυτό, ήταν η αντίδραση μου απέναντι στην ντροπή που ένοιωθα τότε. Μικρός ήμουν πολύ ντροπαλός και επειδή είμαι λίγο των άκρων θεώρησα, ότι η παρουσία μου στην σκηνή θα ήταν μία ωραία πρόκληση για να καταπολεμήσω την ντροπή μου.

Είναι η πρώτη φορά που κάνεις τηλεόραση έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς στο παρελθόν είχες κάνει μονάχα κάποιες guest εμφανίσεις. Πως το βιώνεις όλο αυτό; 

Είχα ξεκινήσει με κάποιες guest εμφανίσεις στο «Ταμάμ» του ΑΝΤ1, στο «Σαν οικογένεια» που είχε προβληθεί στον Alpha Ελλάδος και Κύπρου και στην ταινία της Lacta μαζί με την Αναστασία Παντούση (Ιφιγένεια από το Κόκκινο Ποτάμι). Ομολογουμένως, με την Αναστασία έχουμε μία καρμική σχέση. Συναντηθήκαμε στις 2 δουλείες που προανέφερα και τώρα πάλι στο Κόκκινο Ποτάμι. Όσον αφορά τον ρόλο μου φέτος, σίγουρα τα πράγματα είναι διαφορετικά, σίγουρα δεν ήρθε αυτή η πρόταση τυχαία και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για ότι μου συμβαίνει. Από το 2014 που τελείωσα την σχολή, είπα πάρα πολλά «όχι» σε τηλεοπτικές σειρές. Ήταν δουλείες που δεν με γέμιζαν. Όλο αυτό, όπως καταλαβαίνεις, είχε κόστος οικονομικό και ψυχολογικό. Όσον αφορά το οικονομικό κομμάτι, έπρεπε κάπως να βιοποριστώ και έτσι εργαζόμουν τη νύχτα σε μπαρ. Επομένως, μετά τις σπουδές μου στο Εθνικό Θέατρο αναγκάστηκα να δουλέψω εκτός χώρου, για να μπορέσω να επιβιώσω. Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι ο ρόλος μου στο Κόκκινο Ποτάμι και όλα όσα βιώνω δεν είναι μονάχα θέμα τύχης. Είναι απόρροια πολύ μεγάλου κόπου, πόνου και μόχθου όλα αυτά τα χρόνια.

Κακές συνεργασίες έχεις συναντήσει στην πορεία σου μέχρι σήμερα;

Φυσικά, έχω συναντήσει πράγματα τα οποία δεν μου άρεσαν. Δεν μπορώ να ανεχτώ πολύ εύκολα καταστάσεις, που υποτιμούν τη δουλειά και την προσωπικότητα μου. Σίγουρα, δεν θα αντιδράσω ακραία και δεν θα τσακωθώ, απλώς θα κάνω λίγο πίσω, θα κάνω υπομονή και με την πρώτη ευκαιρία θα προσπαθήσω να απεμπλακώ από την όλη κατάσταση.

Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκες να τα παρατήσεις;

Συνεχώς υπάρχει αυτή η σκέψη και παράλληλα υπάρχει και μία φωνή που σου λέει να συνεχίσεις. Όπως και να έχει, μεγαλώνουμε και πρέπει να έχουμε κάποιες σταθερές, ενώ ο κόσμος γύρω μας καταρρέει. Ουσιαστικά, ποτέ δεν έχω σκεφτεί να το αφήσω. Θα το κυνηγήσω μέχρι τέλους και έχω κάποια πλανά στο μυαλό μου, για να μπορέσω να εξασφαλίσω την σταθερότητα που επιζητώ.

Το 2013 επισκέφθηκες τις ΗΠΑ και μαθήτευσες δίπλα στον γνωστό σκηνοθέτη Bob Wilson. Πως προέκυψε αυτό το ταξίδι και αυτή η γνωριμία;

Μόλις τελείωσε το πρώτο έτος, ήρθε ο Bob Wilson στο Εθνικό Θέατρο, για να ανεβάσει μία παράσταση. Ο ίδιος ζήτησε κάποια άτομα από την σχολή, για να γίνουν αντικαταστάτες ηθοποιοί στις πρόβες. Ουσιαστικά, δεδομένου, ότι είναι ένας σκηνοθέτης που δουλεύει με ιδιαίτερους φωτισμούς στις παραστάσεις του, η συμβολή μας ήταν απαραίτητη.

Για να φωτιστεί  ο κάθε ηθοποιός στις διάφορες θέσεις, θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί καθημερινά πάνω από 10 ώρες. Εφόσον αυτό ήταν ανέφικτο, παίρναμε την θέση των ηθοποιών στις πρόβες, για να ρυθμιστούν οι φωτισμοί. Η συνεργασία μας με αυτόν τον σκηνοθέτη, που κουβαλά στους ώμους του μία τεράστια ιστορία, ήταν ένα όνειρο. Εγώ ήμουν από εκείνους που το είχα δει πιο ένθερμα. Τότε μάλιστα δούλευα ως μπάρμαν για να μαζέψω τα χρήματα του χειμώνα.
Όταν έτυχε αυτή η παράσταση, παράτησα τα πάντα. Ήμουν εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Έτσι λοιπόν αναγνώρισε τον ζήλο μου, με καλούσε στα meeting και ενδιαφέρονταν για την γνώμη μου. Ύστερα, με προσκάλεσε στο camp που κάνει κάθε καλοκαίρι στην Νέα Υόρκη. Βρισκόμασταν σε έναν ονειρικό δικό του χώρο -σαν μουσείο- που περιλάμβανε ένα τεράστιο δάσος. Κάθε χρόνο μαζεύονταν εκεί, περίπου 40 καλλιτέχνες και έκαναν ο καθένας μία δική του παράσταση, σε συνδυασμό με σεμινάρια και διαλέξεις. Καθημερινά, οργανώναμε και ήμασταν υπεύθυνοι για την λειτουργία του χώρου, αφού χωριζόμασταν σε ομάδες, αναλαμβάνοντας συγκεκριμένους ρόλους.

Κατά την διάρκεια του προγράμματος είχα κάνει και μια δική μου παράσταση, την οποία είχα ονομάσει Humanity. Ουσιαστικά, μέσα στον χώρο αλλά και στο δάσος υπήρχαν διάφορες δράσεις, τις οποίες παρακολουθούσαν οι καλεσμένοι του Gala, καθώς περιηγούνταν.  Νοιώθω τυχερός που έζησα αυτή την εμπειρία, γιατί ήρθα σε επαφή και βρέθηκα κοντά σε σπουδαίους ανθρώπους, όπως ο Χιου Τζάκμαν ή η Lady Gaga.

Όλο το πρόγραμμα ήταν πληρωμένο και εμείς για ενάμιση μήνα -όσο διαρκούσε το πρόγραμμα- μέναμε σε ενοικιαζόμενες βίλλες στο Long Island. Κάθε δύο μέρες, κάθε βίλλα διοργάνωνε ένα πάρτυ. Μάλιστα, για να μπορούμε να συνεννοούμαστε κάθε σπίτι είχε το δικό του όνομα. Το δικό μας λέγονταν pastel house, λόγω του παστέλ χρώματος του.

Στο τέλος αυτής της εμπειρίας όλοι κρατήσαμε 1 ή 2 εβδομάδες κενό, για να κάνουμε διακοπές στο Manhattan. Τα παιδιά με τα οποία έκανα παρέα, προέρχονταν από ευκατάστατες οικογένειες. Συνεπώς, είχαν την δυνατότητα να υποστηρίξουν οικονομικά την παραμονή τους στο Manhattan. Εγώ είχα μόλις 320$ στην τσέπη μου για 15 μέρες. Έτσι, τους ενημέρωσα ότι δεν θα μπορούσα να ακολουθήσω τις διακοπές τους, αλλά θα έβρισκα κάποιο Hostel για να μείνω στη Νέα Υόρκη και θα δίναμε τα ανάλογα ραντεβού. Επισκέφθηκα λοιπόν τον Bob Wilson, ώστε να μου προτείνει κάποιο οικονομικό και ασφαλές μέρος για να μείνω. Εκείνος τότε, θα ταξίδευε στην Γερμανία για δουλείες και μου πρότεινε να μείνω στο σπίτι του στο Manhattan. Έμεινα λοιπόν στο υπερπολυτελές Loft του Bob Wilson, με θέα το Empire State Building. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου και τα ξανά-άνοιγα αναρωτιόμουν αν βρίσκομαι σε κάποιο παραμύθι.

Επίσης γνωρίζω ότι ασχολείσαι και με την μουσική. Πως λοιπόν μπαίνει αυτή η τέχνη στη ζωή σου;

Ναι, κατά κύριο λόγο γράφω κομμάτια. Από μικρός ασχολήθηκα με τη μουσική και γύρω στα 17 μου αποφάσισα να παίξω με την κιθάρα μου τα δικά μου τραγούδια. Μάλιστα έχω έτοιμα σε πλήρη μορφή κάποια τραγούδια, τα οποία θέλω να δώσω σε κάποιους καλλιτέχνες.

Τι μουσική ακούς;

Ακούω τα πάντα. Ελληνικά και ξένα. Τα μόνα είδη μουσικής που δεν μου αρέσουν είναι τo RnB, η House μουσική και τα trap κομμάτια. Ομολογουμένως, μου είναι αδύνατο να συλληφθώ, ότι η γενιά του 60 ή του 70 γαλουχήθηκε με τις μαγικές μουσικές του Μίκη Θεοδωράκη ή του Μάνου Χατζιδάκι και ότι οι αντίστοιχες σημερινές γενιές δεν είναι οικειοποιημένες σε τέτοια ακούσματα.

Δεδομένου, ότι είσαι ένας άνθρωπος αναγνωρίσιμος στο ευρύ κοινό, οι γυναίκες σε φλερτάρουν πιο έντονα;

Ναι σίγουρα είναι πιο έντονο. Όμως πάντοτε «έπαιζε» το φλερτ. Πλέον βέβαια είμαι και εγώ λίγο πιο προσεκτικός. Προσπαθώ να φυλάγομαι με την έννοια, ότι μπορεί και αυτή η αναγνωσιμότητα να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Πως θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου στις προσωπικές σου σχέσεις;

Όσο περνάει ο καιρός γίνομαι όλο και πιο «ανοιχτός» με τους ανθρώπους και δένομαι πιο εύκολα. Είναι κάτι το οποίο προσπαθώ με τον καιρό να βελτιώσω, καθώς πιο μικρός ήμουν ιδιαίτερα ντροπαλός και πιο «κλειστός» σαν άνθρωπος. Πλέον έχω συνειδητοποιήσει, ότι βρισκόμαστε εδώ, γιατί πρέπει να ζήσουμε ουσιαστικά, αναπτύσσοντας επαφές με ανθρώπους, ισχυρούς δεσμούς και φιλίες.

Αν σου ζητήσω να μου πεις ένα ελάττωμα σου και ένα προτέρημα σου τι θα μου πεις;

Ένα ελάττωμα μου είναι το άγχος μου. Μπορώ να αγχωθώ ορισμένες φορές σε ακραίο βαθμό. Επίσης, είμαι αυστηρός κριτής του εαυτού μου, πάντοτε ζητάω περισσότερα από τον εαυτό μου και αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να μην απολαμβάνω τις στιγμές επιτυχίας.

Όσον αφορά τα προτερήματα, είμαι πολύ υπομονετικός και συγκαταβατικός.

Η δημιουργία οικογένειας είναι στα σχέδια σου;

Όχι άμεσα, μακροπρόθεσμα σίγουρα θα το ήθελα. Θα ήθελα να κάνω πολλά παιδιά, να έχω μία πολυμελή οικογένεια με 3-4 παιδιά.

Ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό;

Μου αρέσει πάρα πολύ η μεξικάνικη κουζίνα. Αν και δεν έχω θέμα με το φαγητό, μου αρέσει πολύ.

Μετά το τέλος της σειράς τι άλλο έχουμε να περιμένουμε από εσένα; Ετοιμάζεις κάτι θεατρικά;

Σχεδιάζω να κάνω μία δική μου παραγωγή μαζί με έναν φίλο και συνεργάτη μου. Είμαστε ακόμα στις συζητήσεις και επιθυμούμε να κάνουμε τις δικές μας, μικρές παράγωγες στο θέατρο και να παρουσιάσουμε τα έργα μας, όπως τα έχουμε οραματιστεί.

Κλείνοντας να σε ρωτήσω, τι σημαίνει για εσένα η υποκριτική;

Υποκριτική είναι μία ανάγκη έκφρασης. Ίσως είναι το οξυγόνο, σε έναν κόσμο ασφυκτικό. Είναι για εμένα ο τρόπος, για να ζήσω μία ζωή ευτυχισμένη.

«Υποκριτική είναι για εμένα ένα διαγαλαξιακό ταξίδι»

(Μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τον ηθοποιό Θανάση Κουρλαμπά)

Μετράει σχεδόν τρεις δεκαετίες στον χώρο του θεάτρου, έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από 50 θεατρικές παραστάσεις, έχει συνεργαστεί με σπουδαίες προσωπικότητες του ελληνικού θέατρου και μας έχει χαρίσει εξαιρετικά απολαυστικές θεατρικές στιγμές. Είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που πάντοτε με τους ρόλους που ενσαρκώνει έρχεται για να ανατρέψει τα δεδομένα των ιστοριών που παρακολουθούμε, μέσα από τις τηλεοπτικές μας οθόνες.

Φέτος, ήρθε για να «ταράξει τα νερά» στο Διαφάνι. Τις νύχτες της σεζόν 2019-2020 τον γνωρίζουμε ως «Κλεομένη Ψαθά», μέσα από την επιτυχημένη σειρά του Αντ1 «Άγριες Μέλισσες». Για την ώρα είναι ο αρραβωνιαστικός και μέλλων σύζυγος της «Πηνελόπης Σεβαστού», ο μυστηριώδης τύπος της σειράς και ο άντρας με το περίπλοκο και άγνωστο ακόμα παρελθόν. Φαίνεται να είναι εκείνος που μαίνεται να ανατρέψει την κατάσταση στο μικρό χωρίου του 1950.

Τα τελευταία 5 χρόνια τον απολαμβάνουμε θεατρικά σε μία πολύ μεγάλη επιτυχία στους «12 Ενόρκους» της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη στο Θέατρο «Αλκμήνη» κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 21:30 και την Κυριακή στις 18:00.

Παράλληλα, κάθε Τετάρτη βρίσκεται στην παράταση «Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» του Λέων Τολστόι σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Νικολαΐδη και πάλι, επίσης στο θέατρο «Αλκμήνη» στις 19:00. Να σημειωθεί ότι η παράσταση παίζεται για 2 ακόμα Τετάρτες και ύστερα θα ακολουθήσει μία περιοδεία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος.

Ο Θανάσης Κουρλαμπάς θεωρείται ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς φωνής δίνοντας μαγεία και ψυχή στους χαρακτήρες που μαγευτικά μεταγλωττίζει. Έχει χαρίσει τη φωνή του σε σειρές κινουμένων σχεδίων (Σκούμπι-Ντου, Μπάτ Μαν κ.α), σε ταινίες (Χάρι Πότερ και η Φιλοδοφική Λίθος, Στρουμφάκια, Πιγκουίνοι της Μαδαγασκάρης κ.α) και σε βραζιλιάνικες τηλενουβέλες (Κορίνα η Αγριόγατα, Μαρία Άγγελε μου κ.α).

Γεννήθηκε το 1971 στην Καλαμάτα και ακολούθησαν από την μία σπουδές Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και από την άλλη θεατρικές σπουδές στη σχολή «Θεμέλιο» του Νίκου Βασταρδή. Όπως μου εξομολογείται το μικρόβιο της υποκριτικής το χρωστά στον φιλόλογο της Ά Λυκείου, Θεόδωρο Βραχάτη. Τότε με την θεατρική ομάδα του σχολείου ανέβασαν την παράσταση «Πλούτος» του Αριστοφάνη. Εκεί, ένοιωσε τη μαγεία του θεάτρου και γοητεύτηκε από αυτό τον γλυκό και γεμάτο ονειρεμένα ταξίδια, κόσμο.

Έχασε τον πατέρα του, όταν ήταν ακόμα στην εφηβεία και όπως μου αποκαλύπτει δυστυχώς δεν πρόλαβε να τον δει ηθοποιό. Εγώ και όλο το Πανελλήνιο που γνωρίζει τις επιτυχίες του Θανάση Κουρλαμπά είμαστε σίγουροι, πως είναι περήφανος και πως καμαρώνει την όμορφη οικογένεια που διατηρεί.

Έλαμπαν τα μάτια του, ενόσω μου μιλούσε για το θέατρο. Έβλεπα καθαρά, πως την φλόγα και το πάθος του για την υποκριτική, κατάφερε να τα μετουσιώσει σε φως, χαρίζοντας μας μοναδικές θεατρικές, τηλεοπτικές και κινηματογραφικές στιγμές.

Κι αν μου δίνεται η ευκαιρία μέσα από το κείμενο μου να τον χαρακτηρίσω, εγώ θα τον πω ευγενικό και αριστοκράτη. Όχι λόγω της ενδυμασίας του, καθώς κατάφερε να ξέκλεψει λίγο χρόνο από τον ρόλο του ως Κλεομένης, για να μου χαρίσει αυτή τη μοναδική συνέντευξη, αλλά είδα έναν αριστοκράτη στην ψυχή.

Η ένταξη σου στην πετυχημένη σειρά του Αντ1 Άγριες Μέλισσες, έγινε πολύ ξαφνικά. Στην πραγματικότητα, από το πουθενά, μπαίνει ένας νέος χαρακτήρας και στην ουσία «ταράζει τα νερά».

Πράγματι, στη σειρά ο Κλεομένης έρχεται από το πουθενά ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε. Η ιστορία του, όπως και των περισσότερων χαρακτήρων, είναι πολυεπίπεδη. Έχει ένα ιδιαίτερο παρελθόν, το οποίο αποκαλύπτεται σιγά-σιγά. Γενικά, φαίνεται να είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κερδίσει μία στιβαρή θέση στο σπίτι των Σεβαστών. Έτσι και αλλιώς ήδη βλέπουμε ότι σταδιακά γίνεται ένα δυνατό μέλος της οικογένειας του Δούκα.

Θα δούμε γάμο μεταξύ Πηνελόπης και Κλεομένη ή θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μία ακόμα ανατροπή;

Ναι, ο Κλεομένης και η Πηνελόπη θα παντρευτούν. Επισημοποιήσαμε πια, ότι έχουμε γάμο.

Εσύ ξέρεις καλύτερα τον ρόλο μέσα από το σενάριο. Τι σόι άνθρωπος είναι ο Κλεομένης Ψαθάς;

Αυτό που μπορώ να σου πω με σιγουριά είναι, πως βλέπουμε έναν άνθρωπο με βαθύ και πολύπλοκο παρελθόν. Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν «καθαρό» χαρακτήρα, είναι ένας καιροσκόπος που προσπαθεί με διάφορους τρόπους να ενταχθεί στην οικογένεια του Δούκα και να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη. Βέβαια, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι είναι και εκείνος ένας άνθρωπος με συναισθήματα και τύψεις. Με την εξέλιξη της ιστορίας υπόσχομαι ότι θα φανεί, αφενός ο λόγος για τον οποίο ενεργεί έτσι αυτός ο άνθρωπος και αφετέρου τα μυστικά που κρύβει η ιστορία του.

Εφόσον είναι ένας άνθρωπος με συναισθήματα, μπορούμε να εικάσουμε πως εκείνος πραγματικά αγαπάει την Πηνελόπη;

Το κυριότερο κίνητρο του Κλεομένη, αυτό που τουλάχιστον βλέπουμε έως τώρα -διότι σίγουρα θα υπάρξουν ανατροπές- είναι να μπορέσει να φτιάξει τη ζωή του. Σίγουρα δεν είναι ορμώμενος από έντονους συναισθηματισμούς και έρωτες. Αδιαμφισβήτητα όμως, γοητεύεται από τη μικρή, γιατί είναι ένα ζωντανό πλάσμα, ένα δροσερό κορίτσι, μία καλή επιλογή και ένας καλός γάμος. Σε αυτό το κομμάτι όμως, μαίνονται δυνατές και έντονες ανατροπές.

Για τον Κλεομένη είναι καλός ο γάμος, για την Πηνελόπη είναι άραγε;

Όπως βλέπουμε μέχρι τώρα και έχοντας σκιαγραφήσει το προφίλ του Κλεομένη, ναι. Είναι ένας άνθρωπος αριστοκράτης, ώριμος, σοβαρός, έχει πολλά από τα απαραίτητα στοιχεία που χρειάζεται ένας σωστός γαμπρός. Όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με τον Μελέτη, με τον οποίο ταξικά έχουν ένα τεράστιο χάσμα και δεν θα άρμοζε στην Πηνελόπη να συσχετιστούν και βέβαια δεν θα συμφωνούσαν και οι γονείς της.

Από όλα αυτά που αναφέρει και ισχυρίζεται πως έχει ο Κλεομένης, ισχύει κάτι;

Ισχύουν πολλά από αυτά που ισχυρίζεται, δεν μπορώ να αποκαλύψω ποια. Τα όσα θα αποκαλυφθούν στην συνέχεια της ιστορίας, θα βασιστούν σε ένα νέο πλαίσιο. Θα έχουμε μία πολύ όμορφη και ιδιαίτερη ανατροπή. Βέβαια, υπάρχουν και στοιχεία που δεν είναι βάσιμα, αφού τον βλέπουμε να συναντιέται με τον ξάδελφο του και να δανείζεται χρήματα.

Την ανατροπή αυτή θα την δούμε σύντομα στις οθόνες μας;

Μέσα στον επόμενο ενάμιση μήνα, θα λυθούν αυτές οι απορίες.

Ως Θανάσης, ποια είναι τα σημεία και τα στοιχεία στα οποία θεωρείς πως ο χαρακτήρας σου ακουμπάει, πάνω σε αυτόν του Κλεομένη;

Ομολογουμένως, ο Κλεομένης με έχει ζορίσει λίγο. Ως ηθοποιός πάντοτε βρίσκω τα ιδιαίτερα στοιχεία -των χαρακτήρων που ενσαρκώνω- που κουμπώνουν σε εμένα, έτσι ώστε να τους καταλάβω και τρόπον τινά να κάνω και παρέα μαζί τους. Στον Κλεομένη μου αρέσει πάρα πολύ ο αυτοέλεγχος που καταφέρνει να έχει, η αριστοκρατική του γοητεία, οι τρόποι, η στάση, η συμπεριφορά και η κομψότητα του.

Η πρόταση και η ανάθεση του ρόλου πως συνέβη;

Με πήρε τηλέφωνο ο Λευτέρης Χαρίτος, που είναι ο σκηνοθέτης της σειράς. Συναντηθήκαμε, μιλήσαμε και μου ανάθεσαν τον ρόλο. Εμένα εξαρχής με ενθουσίασε ο συγκεκριμένος ρόλος, τον βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρων. Σαν ηθοποιός μου αρέσει να βουτάω σε ιδιαίτερες και παράξενες προσωπικότητες. Ευτυχώς, λοιπόν, ευοδώθηκαν όλες οι παράμετροι και ενσαρκώνω αυτόν τον ιδιαίτερο τύπο.

Ποιο είναι το στοιχείο που σε γοήτευσε στο σενάριο και είπες με χαρά το «ναι»;

Το προφίλ αυτού του ανθρώπου, το οποίο κρύβει πάρα πολύ μυστήριο και ανατροπές, τις οποίες εγώ ένοιωσα με έναν πολύ έντονο τρόπο. Γνώριζα ήδη από το καλοκαίρι, το ποιόν αυτού του χαρακτήρα, ποιος είναι και από που έρχεται, κάτι που φυσικά ακόμα ο κόσμος δεν έχει γνωρίσει. Εγώ λοιπόν έπρεπε σαν ρόλος, να το διαχειριστώ αυτό και να μην προδώσω τα μυστικά αυτού του ανθρώπου. Αυτό ήταν ένα από τα στοιχεία που με γοήτευσαν. Ο Κλεομένης ήρθε σαν μία πρόκληση για εμένα.

Περίμενες ότι αυτή η σειρά θα αγαπηθεί τόσο πολύ από το τηλεοπτικό κοινό;

Διαβάζοντας τα σενάρια και βλέποντας τους συντελεστές, διότι έχουμε να κάνουμε με μία εξαιρετική συγκυρία συντελεστών, είδα πως έχει γίνει μία πραγματικά πάρα πολύ σωστή και μελετημένη δουλειά. Έχουμε ένα πάρα πολύ δυνατό σενάριο, με ζωντανούς χαρακτήρες και έξυπνες ανατροπές. Παρόλο που οι ρυθμοί είναι πολύ σκληροί για ένα καθημερινό, οφείλω να πω από καρδιάς, ένα μεγάλο Μπράβο σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, που είναι τόσο προσεκτικοί και φροντίζουν να έχουν ένα αποτέλεσμα ποιοτικά άρτιο. Ακόμα και η περίοδος που αναβιώνεται στις ελληνικές τηλεοράσεις -το 1950- είναι μία πολύ γοητευτική εποχή για τον Έλληνα. Οι περισσότεροι της γενιάς, έχουν γλυκιές μνήμες και όμορφες μυρωδιές από εκείνη την δεκαετία. Διαβάζοντας λοιπόν το σενάριο και γνωρίζοντας τους συντελεστές ήμουν βέβαιος, ότι πάμε να κάνουμε μία πολύ καλή δουλειά. Η αλήθεια είναι, ότι με εξέπληξε με έναν τρομερά ευχάριστο τρόπο η αγάπη του κόσμου και αυτή η μεγάλη αγκαλιά που μας προσφέρουν.

Έχουμε να κάνουμε με ένα σενάριο στο οποίο συμβαίνουν διαρκώς ανατροπές. Ήδη από το πρώτο επεισόδιο με μια δολοφονία, ήρθαν τα πάνω-κάτω. Τελικά, όμως τι έκβαση έχει αυτό; Θέλω να πω ανατροπή στην ανατροπή, μήπως κάποια στιγμή γίνει και αναμενόμενη;

Όταν έχει κανείς να αντιμετωπίσει μία καθημερινή σειρά, που προβάλλεται τέσσερις φορές την εβδομάδα, δηλαδή 16 επεισόδια τον μήνα, πρέπει να κρατηθεί αμείωτο και ζωντανό το ενδιαφέρον των τηλεθεατών. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια του εβδομαδιαίου, οπού οι χαρακτήρες και τα γεγονότα μπορούν να «απλωθούν» στον χώρο και τον χρόνο. Με λίγα λόγια, πρέπει να βρεθούν ανατροπές, εξελίξεις, συσχετισμοί και διαδράσεις χαρακτήρων που θα εντείνουν την αγωνία για το επόμενο επεισόδιο. Δεν είναι εύκολο να εξελιχθεί μία καθημερινή σειρά χωρίς -κάποιες φορές- να έρθουμε αντιμέτωποι με πολύ σκληρές ανατροπές. Επίσης, να υπενθυμίσω ότι στην ελληνική, κλειστή, επαρχιακή κοινότητα του 1950, γίνονταν πολλά πράγματα τα οποία πιθανώς να αναρωτιόμασταν, πως ήταν δυνατόν να συνέβαιναν και θα λέγαμε πως ήταν σαν μόλις να βγήκαν από ταινία.

Οι Άγριες Μέλισσες θα συνεχιστούν και για 2η σεζόν;

Ναι, έτσι έχω ακούσει.

Πίσω από τις κάμερες υπάρχει κάποια τρελή και αστεία σκηνή που έχει συμβεί μεταξύ των ηθοποιών;

Πραγματικά περνάμε πάρα πολύ ωραία στα γυρίσματα. Ιδιαίτερα οι ηθοποιοί που κάνουμε τους κακούς και τους δύστροπους της υπόθεσης, είμαστε όλοι έξω καρδιά. Ένα σκηνικό που μου έρχεται τώρα, είναι όταν το άλογο στους στάβλους πάτησε το πόδι του Μελέτη και του το μελάνιασε, αλλά εκείνος συνέχισε ακάθεκτος την σκηνή. Άλλη μία φορά που θυμάμαι, είναι όταν προσπαθούσαμε οι δυο μας να παίξουμε μία πολύ έντονη σκηνή και ενώ κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο με πολύ θυμό, το άλογο είχε σκύψει, έγλειφε τα χέρια του Μελέτη και ακούγονταν οι ήχοι από το γλείψιμο του αλόγου. Φυσικά, βάλαμε τα γέλια.

Τηλεοπτικά το κοινό σε γνώρισε καλύτερα μέσα από την πετυχημένη σειρά «Μαρία η Άσχημη», στην οποία ήσουν ο «Σέργιος», ο πολύ κακός της υπόθεσης. Πως σε αντιμετώπισε τότε το κοινό;

Ναι, ήταν μία καθημερινή σειρά που πραγματικά αγαπήθηκε πάρα πολύ. Εκεί είχα αναλάβει τον ρόλο, που θα λέγαμε ότι με στιγμάτισε. Εκείνον του σκληρού. Πραγματικά ήταν και αυτός ένας ρόλος που είχα αγαπήσει πάρα πολύ, διότι είχε και εκείνος πολλές παραμέτρους. Δεν ήταν απλά κακός. Οι αντιδράσεις του κόσμου, ήταν αναμενόμενες, διότι όταν μπαίνεις καθημερινά ως ρόλος στα σαλόνια τους, δημιουργείται ένα ιδιαίτερο είδος οικειότητας. Έτσι λοιπόν όταν σε συναντούν έξω, σου μιλούν με μια οικειότητα και στους σκληρούς ρόλους -με χιούμορ- σου ζητούν τον λόγο για τις πράξεις σου. Ωστόσο, όταν έχεις καταφέρει να κάνεις κάποιον να πεισθεί για κάτι που δεν είσαι, είναι κέρδος, είναι η αμοιβή ενός ηθοποιού για την δουλειά του.

Εκτός από το θέατρο και την τηλεόραση, είσαι και ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς φωνής. Έχεις αναλάβει μεταγλωττίσεις σε κινούμενα σχέδια, σε ταινίες, σε παιδικές σειρές και σε βραζιλιάνικες τηλενουβέλες.

Είμαι πάρα πολλά χρόνια στην μεταγλώττιση, από το 1997 συγκεκριμένα. Έχω συνεργαστεί με σπουδαίους ηθοποιούς του είδους και χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτό. Σε προσωπικό επίπεδο είναι μία δουλεία που λατρεύω. Μου έχει προσφέρει πάρα πολλά και μου έχει δώσει την ευκαιρία να ξετυλίξω νέα στοιχεία της ερμηνευτικής μου ικανότητας, μου έχει δώσει ρυθμό, εγρήγορση και ευπλασία στο λόγο. Πλέον, κάνω κατά κύριο λόγο ταινίες και κινούμενα σχέδια.

Πόσο δύσκολη είναι η μεταγλώττιση;

Η δυσκολία της μεταγλώττισης στην Ελλάδα -όπου δεν υπάρχουν τα μέσα και η πολυτέλεια του χρόνου- είναι ότι την στιγμή που πας να ηχογραφήσεις, τα βλέπεις όλα για πρώτη φορά. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει η δυνατότητα να δεις από πριν την ταινία, τον χαρακτήρα και το κείμενο σου, έτσι ώστε να κάνεις πρόβα πριν ηχογραφήσεις. Η εμπειρία βέβαια βοηθά πολύ σε αυτό το κομμάτι. Οι 3-4 ώρες βαριάς μεταγλώττισης, είναι σαν να έχεις παίξει σε 4-5 θεατρικές παραστάσεις, διότι το μόνο κομμάτι που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να ενσαρκώσεις έναν χαρακτήρα, είναι η φωνή σου. Στην μεταγλώττιση τα πάντα παίρνουν μορφή, εμείς χρησιμοποιώντας ελάχιστες αισθήσεις πρέπει να δώσουμε ζωή.

Πως εντάχθηκες σε αυτό το κομμάτι της υποκριτικής;

Με είχε βάλει σε αυτό τον χώρο ο Τάσος Μασμανίδης, ο πατέρας της ελληνικής μεταγλώττισης.

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που ξεχωρίζεις, από αυτούς που έχεις μεταγλωττίσει;

Ναι, τον αρχηγό στους Πιγκουίνους της Μαδαγασκάρης, τον Σκίπερ. Αυτό το υπέροχο λαμόγιο.

Έχεις μία πολύ όμορφη οικογένεια, από όσο γνωρίζω. Η γυναίκα σου ανήκει και εκείνη στον χώρο της υποκριτικής;

Η γυναίκα μου είναι θεατρολόγος. Ήταν βοηθός του Σπύρου Ευαγγελάτου, έτσι γνωριστήκαμε. Πλέον είναι διορισμένη και διδάσκει σε σχολείο. Έχω και δύο παιδιά μία κόρη και έναν γιο.

Το γεγονός πως και η ίδια γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας του χώρου του θεάτρου, βοήθησε την σχέση σας;

Ναι, υπάρχει κατανόηση, μία κοινή συνισταμένη και μία κοινή τροχιά. Παράλληλα, καθώς δεν είναι συνάδελφος, υπάρχει και η απαραίτητη απόσταση, έτσι ώστε να δημιουργείται ισορροπία.

Τα παιδιά, θέλουν να ασχοληθούν με αυτό τον χώρο και να ακολουθήσουν τα χνάρια του μπαμπά τους;

Προς το παρόν, δεν έχει φανεί κάτι τέτοιο. Η κόρη μου, η Ιόλη, είναι μία πολύ καλή μαθήτρια, ένα πολύ έξυπνο παιδί και κλείνει περισσότερο στις θεωρητικές επιστήμες, της αρέσει πολύ η φιλολογία. Ο γιος μου, ο Φοίβος, ασχολείται εδώ και 4 χρόνια με το κλασσικό μπαλέτο, δείχνει να του αρέσει, είναι πολύ καλός και ευτυχισμένος για αυτό. Και τα δύο μου παιδιά έχουν την αμέριστη στήριξη από την οικογένειά τους και θα προσπαθήσουμε όλοι μαζί για το καλύτερο δυνατό.

Για να γνωρίσουμε καλύτερα τον Θανάση Κουρλαμπά…

Τι μουσική ακούς;

Είμαι αθεράπευτα ροκάς.

Ποια είναι τα χόμπι σου στον ελεύθερο σου χρόνο;

Παιχνίδι και συζήτηση με τα παιδιά μου.

Αν ξεκλέψω λίγο χρόνο -πλέον βάζω και τον μικρό στο παιχνίδι- με αδελφικούς φίλους παίζουμε μπιλιάρδο.

Θα ήθελα να μου πεις 2 χαρακτηριστικά σου, ένα προτέρημα και ένα ελάττωμα σου.

Ως προτέρημα, ευγένεια και συνέπεια.

Ως ελάττωμα είμαι αγχώδης.

Όσο σπούδαζες έκανες κάποια άλλη δουλειά για να τα βγάλεις πέρα οικονομικά;

Ναι, για 3 χρόνια έκανα delivery για μία πιτσαρία.

Τι είναι για εσένα υποκριτική;

Ένα διαγαλαξιακό ταξίδι. Μία περιπλάνηση σε σπουδαία σύμπαντα.

«Ο ρόλος της Πηνελόπης ήταν για εμένα πρόκληση»

(Μία συνέντευξη με την Μαρία Πετεβή)

 

Ήταν ταγμένη ηθοποιός από μικρή, μου εξομολογείται. Πράγματι στα μάτια της διακρίνω μία φλόγα, την πλημμυρίζει ένας ακράτητος πόθος και την διακατέχει μια ιδιαίτερη μαγεία, όταν μιλά για το θέατρο ή τον κινηματογράφο.

Γεννήθηκε το 1994, είναι μόλις 25 ετών και μετρά στο βιογραφικό πλήθος θεατρικών και τηλεοπτικών συμμετοχών, όπως στη σειρά του Αντ1 «Δέκα μικροί Μήτσοι», του Aplha «Μην αρχίζεις την Μουρμούρα» , στο «Ου φονεύσεις» και σε άλλα. Είναι απόφοιτος του θεατρικού τμήματος του Ωδείου Αθηνών και έκτοτε οι ερμηνείες της είναι καθηλωτικές και ώριμες, από εκείνες που συνεπαίρνουν το κοινό.

Για το 2019 συστήθηκε στο τηλεοπτικό κοινό, ως «Πηνελόπη» μέσα από την τηλεοπτική επιτυχία του Ant1 «Άγριες Μέλισσες». Είναι το βουβό πρόσωπο της οικογένειας των Σεβαστών και ο κρυφός πόθος του «Μελέτη». Η Μαρία καταφέρνει από την μία να αναβιώσει την άβουλη φύση των γυναικών της εποχής και από την άλλη να μας συνεπάρει σε έναν απαγορευμένο έρωτα.

Παράλληλα, δίνει στο κοινό την ευκαιρία να την απολαύσει στο θέατρο Skrow κάθε Τετάρτη και Κυριακή στις 21:00, στην παράσταση «Λουόμενες» της Κατερίνας Μαυρογεώργη. Ακόμη, βρίσκεται στο θέατρο Tempus Verum στην παράσταση «Ο Επιθεωρητής» σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.

Μία ακόμη μεγάλη της αγάπη, όπως μου διηγείται, είναι το τραγούδι «Δεν περνάει ούτε μία μέρα που να μην τραγουδάω» τονίζει, ενώ πιστεύει πως μία νότα αρκεί για να ξυπνήσει έντονα συναισθήματα και έτσι να σε ταξιδέψει. Βέβαια, δεν παραλείπει να συμπληρώσει και τον έρωτα της για τη λογοτεχνία, άλλα και ανάγκη της να διοχετεύει αυτό τον έρωτα γράφοντας ποιήματα και παραμύθια.

Το πρόσωπο της ακτινοβολεί κάθε φορά που μιλά για την τέχνη. Στολίζει τον λόγο της με όμορφα επίθετα και από τα χείλη της πέφτουν γλυκιές περιγραφές. Εγώ με την σειρά μου έχω τις αισθήσεις τις ακονισμένες για να μην χαθώ στιγμή από όσα μου διηγείται.

Είναι ένα συμπαθέστατο πλάσμα και μία γλυκιά ύπαρξη. Έχει έναν εσωτερικό κόσμο ευαίσθητο και ρομαντικό. Είναι μία ψυχή γαλήνια, όμορφη και τρυφερή. Αυτή είναι η περιγραφή που θα σας κάνω για την Μαρία Πετεβή, για αυτό το ταλαντούχο κορίτσι.

Πως μπαίνει στη ζωή σου η υποκριτική και πως αντιλαμβάνεσαι την αγάπη σου για το θέατρο;

Από πάρα πολύ μικρή ήξερα ότι έχω γεννηθεί, για να ακολουθήσω αυτό το δρόμο. Ήδη από όταν ήμουν 4 ετών τραγουδούσα στη χορωδία του πατέρα μου μαζί με παιδία πολύ μεγαλύτερα από εμένα και κάναμε συναυλίες μπροστά σε πολύ κόσμο. Εγώ τότε δεν ήξερα ούτε να διαβάζω, κι όμως είχα μάθει όλα τα τραγούδια απ’ έξω. Επομένως, από μικρή -λόγω αυτής της έκθεσης- είχα λατρέψει αυτή την επικοινωνία με τον κόσμο. Πάνω στην σκηνή ένοιωθα οικεία, ένοιωθα ο εαυτός μου. Ήμουν χαρούμενη. Με τα χρόνια, έφτιαχνα δικά μου θεατρικά στο σπίτι. Μάλιστα, έγραφα δικά μου σενάρια ή παραμύθια. Φτάνοντας λοιπόν στα 12 έρχεται το πρώτο μου θεατρικό, κάναμε μία παράσταση στο σχολείο και μόλις τελείωσε η παράσταση είπα στη μαμά μου «Μαμά, νοιώθω ευτυχία. Αν δεν ασχοληθώ με αυτό, θα είμαι δυστυχισμένη». Πάντοτε όταν έβλεπα θεατρικές παραστάσεις, ένοιωθα ότι μπροστά στα μάτια μου, συντελείται κάτι μαγικό. Φυσικά, όσο μεγάλωνα αντιλαμβανόμουν τις δυσκολίες του επαγγέλματος και δεν σου κρύβω ότι έχω νοιώσει φόβο, όμως η επιθυμία μου ήταν τόσο μεγάλη, που ήταν σε θέση να καταρρίψει κάθε εμπόδιο.

Τι είναι αυτό που σε εμπνέει στο επάγγελμα σου;

Με εμπνέουν οι συναντήσεις. Μέσα από αυτό το επάγγελμα, συναντάς πολύ όμορφους ανθρώπους. Ακόμα και μέσα από τις πρόβες μπορούν οι ηθοποιοί να ξεπεράσουν τα πλαίσια της απλής επικοινωνίας. Έχουν την δυνατότητα να επικοινωνήσουν απευθείας στην καρδιά, μέσα από μια κοινή ματιά. Επίσης, με εμπνέει το γεγονός, πως έχουμε τη δυνατότητα να προσφέρουμε στο κοινωνικό σύνολο. Μπορούμε να βοηθήσουμε το κοινό να «μετακομίσει» για λίγο τη ματιά του από τα προβλήματα και τη ρουτίνα. Επιπλέον, ό,τι δεν τολμάω να κάνω στην πραγματική μου ζωή έχω την ευκαιρία να το ζήσω μέσα από το θέατρο. Το θέατρο μου έδωσε την ευκαιρία να ανακαλύψω τον εαυτό μου και να γνωρίσω νέες πτυχές και ποιότητες του εαυτού μου.

Πως ξεκινάει το όμορφο ταξίδι των Άγριων Μελισσών για εσένα;

Αναπάντεχα. Είχα στο νου μου να στείλω το βιογραφικό μου, όμως το τηλεφώνημα τους για να περάσω από την οντισιόν, με πρόλαβε. Έτσι λοιπόν, συναντώ για πρώτη φορά τον Λευτέρη Χαρίτο -τον σκηνοθέτη μας- και ομολογώ πως από την πρώτη στιγμή, με ενέπνευσε. Είπα αμέσως «Εγώ με αυτό τον άνθρωπο πρέπει να συνεργαστώ και να μοιραστώ πράγματα». Κάτι στα μάτια του, κάτι που δεν μπορώ να προσδιορίσω, με έκανε να τον εμπιστευθώ. Έτσι λοιπόν, πέρασα από το πρώτο casting και με ενημέρωσαν για την συμμετοχή μου στη σειρά.

Στις Άγριες Μέλισσες υποδύεσαι την Πηνελόπη. Βρίσκεις κοινά σημεία με αυτό τον χαρακτήρα;

Από μικρή έχω αναπτύξει μία ακέραιη προσωπικότητα, κάτι που η Πηνελόπη δεν έχει, επομένως δεν θα έλεγα ότι έχουμε αρκετά κοινά στοιχεία και σίγουρα έχω ζήσει σε μία πολύ πιο δημοκρατική οικογένεια, στην οποία είχαμε ελευθερία βούλησης και άποψης. Εγώ, για να μπορέσω να υποδυθώ αυτό τον χαρακτήρα έπρεπε να βρω κάποιο κοινό στοιχείο. Δεν σου κρύβω ότι ήταν πρόκληση. Είχα να αντιμετωπίσω έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και φυσικά μια τελείως διαφορετική εποχή. Η χρυσή τομή μας, είναι ο συναισθηματικός μας κόσμος, η ευαισθησία μας, ο ρομαντισμός και η αθωότητα μας. Έτσι λοιπόν, πρώτα αφομοίωσα αυτά τα κοινά μας χαρακτηριστικά και ύστερα κατάφερα να αντιληφθώ και τα αντίθετα από εμένα.

Δεδομένου ότι είναι ένας ρόλος που δεν βρίσκεται κοντά στη δική σου προσωπικότητα, πόσο δύσκολο ήταν για εσένα να τον αποδώσεις άρτια;

Ήταν μία αρκετά δύσκολη πρόσκληση. Δούλεψα πολύ και αφιέρωσα πλήθος ωρών σε αυτό. Διάβασα πολλά πράγματα για την εποχή και άφησα το ένστικτο μου ελεύθερο. Περισσότερο από όλα με δυσκόλεψε το γεγονός, πως αυτός ο ρόλος δεν εκφράζεται, είναι πολύ δύσκολο να μένεις βουβός και να προσπαθείς μέσα από το βλέμμα και τις εκφράσεις να μεταδώσεις αυτό που σκέφτεσαι. Σαν ηθοποιός είχα έναν μεγάλο περιορισμό, την έλλειψη κειμένου. Είναι ένας ρόλος που δεν είχα ξανακάνει στο παρελθόν και πραγματικά με βοήθησε πολύ, να εξελιχθώ ως ηθοποιός.

Γιατί η Πηνελόπη φοβάται τόσο πολύ να αντιμετωπίσει τους γονείς της;

Η Πηνελόπη ήδη από πολύ μικρή είχε σαν πληροφορία στο μυαλό της, ότι δεν μπορεί να έρθει αντιμέτωπη με τους γονείς της. Θα παρομοίαζα όλη αυτή την κατάσταση με μια αλληγορία του Μπουκάι, όπου ένας ελέφαντας είναι δεμένος με μία μικρή αλυσίδα. Για τον ελέφαντα, το να σπάσει την αλυσίδα είναι ένα μονάχα βήμα, αλλά επειδή τον έχουν διδάξει από πολύ μικρό, ότι δεν έχει την δύναμη να τη σπάσει, μένει ακίνητος. Έτσι και η Πηνελόπη είναι μαθημένη, να μην εκφέρει γνώμη και να παραμένει σιωπηλή στις υποδείξεις των γονιών της, ακόμα και αν δεν συμφωνεί με αυτές.

Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αντιμετωπίζει και το πάθος της για τον Μελέτη;

Ναι, προσπαθεί να μην τον θέλει. Προσπαθεί να τον βγάλει από το μυαλό της και να σταματήσει το πάθος μέσα της. Βέβαια, πολλές φορές τα πάθη είναι τόσο δυνατά που δεν έχει τη δύναμη η ανθρώπινη ψυχή, να τα σταματήσει. Για την Πηνελόπη όλο αυτό το συναίσθημα, είναι κάτι καινούργιο και άγνωστο, έτσι δημιουργείται ένα «σοκ» μέσα της και μάχεται σε μία εσωτερική πάλη.

Πιστεύεις ότι η Πηνελόπη αν μάθει για τους γονείς της και για τον Μελέτη, θα τους εγκαταλείψει;

Συνήθως αυτοί οι χαρακτήρες έχουν ένα μεγάλο «μπαμ». Για εμένα, για να έχει νόημα η σιωπή της Πηνελόπης, θα πρέπει να γίνει η έκρηξη. Όταν ανακαλύψει την αλήθεια για τους γονείς της, θα αντιδράσει σίγουρα με έναν φοβερά ακραίο τρόπο. Τον Μελέτη θα τον συγχωρούσε πιστεύω, διότι ο Μελέτης δεν έχει αποφασίσει να κάνει κάτι μόνος του, πέρα από το ότι μαχαίρωσε τον Μιλτιάδη, κάτι το οποίο έκανε εν βρασμώ ψυχής, γιατί ήταν απογοητευμένος από την Πηνελόπη. Ο Μελέτης θέλει με κάθε τρόπο να μπει στην οικογένεια, διότι του λείπει το αίσθημα της αγάπης. Βλέπει τον Δούκα ως πατέρα και θέλει να του αποδείξει ότι αξίζει, για αυτό και τον υπακούει τυφλά. Σίγουρα, η αλήθεια για τον Μελέτη θα ήταν δυσβάσταχτη, όμως θα τον καταλάβαινε και θα άνοιγε τις φτερούγες της για να τον παρηγορήσει.

Πως θα διαχειριστεί η Πηνελόπη όλα όσα έπονται με τον Κλεομένη; Πως θα διαχειριστεί από τη μία το πάθος της και από την άλλη την επιθυμία των γονιών της;

Η Πηνελόπη τραμπαλίζεται ανάμεσα στο «θέλω» και το «πρέπει». Ο Μελέτης είναι το «θέλω» της, ενώ ο Κλεομένης το «πρέπει». Από την πρώτη στιγμή, που η Πηνελόπη αντιλήφθηκε τη συμπάθεια της μητέρας της προς τον Κλεομένη, γνωρίζει ότι ο δρόμος της θα χαραχτεί πλάι στον Κλεομένη. Το μόνο που μένει για εκείνη, αφού δεν έχει τη δύναμη να αντιδράσει είναι, να μάθει να αγαπά τον Κλεομένη. Ίσως νοιώθει και τύψεις για τον Κλεομένη, γιατί εκείνος της δίνει όλη του την προσοχή και την αγάπη, ενώ εκείνη είναι δοσμένη αλλού.

Θα μάθει σύντομα την αλήθεια για τον Κλεομένη. Η αποκάλυψη θεωρείς, θα γίνει πριν ή μετά τον γάμο;

Θα αργήσει να το μάθει η Πηνελόπη. Ο Μελέτης έχει να περάσει πολύ δύσκολα.

Τι πιστεύεις ότι θα συμβεί στην Πηνελόπη; Ποιο φινάλε θα ήθελες;

Πιστεύω ότι θα αντιδράσει και ότι θα επέλθει κάποια αλλαγή, δεν ξέρω αν θα γίνει καλύτερος άνθρωπος ή αν όλη αυτή η καταπίεση της βγει σε σκληρότητα. Φυσικά, θα ήθελα να καταλήξει με τον Μελέτη, αλλά δεν νομίζω να συμβεί αυτό. Ελπίζω όμως να τα καταφέρουν.

Αν τελικά τα καταφέρουν και ζήσουν μαζί, πόσα παιδιά πιστεύεις θα ήθελε να έχει αυτό το ζευγάρι;

Αυτοί οι δύο άνθρωποι έχουν μεγάλο πάθος ο ένας για τον άλλον, είναι δύο σεξουαλικοί χαρακτήρες, οπότε πιστεύω θα έκαναν 5 παιδιά.

Θα δούμε ερωτική σκήνη ανάμεσα σε Μελέτη και Πηνελόπη σύντομα;

Πιστεύω ναι, πως να βάλουμε σιγαστήρα στο πάθος;

Ποιο είναι το πιο όμορφο περιστατικό που έχεις ζήσει από θαυμαστή σου;

Το πιο όμορφο μου το έχει πει μία γυναίκα από ένα νησί, που ήρθε για λίγο στην Αθήνα και με συνάντησε στην Ερμού. Μου είπε ότι είμαι, ότι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει από τον Άη Βασίλη. Πραγματικά μου έφτιαξε όλη μου την ημέρα αυτή η γυναίκα.

Το πιο περίεργο που έχεις βιώσει;

Τα πιο περίεργα τα έχω ζήσει μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Μου έχουν στείλει 3:00 τη νύχτα «Σ’ αγαπάω» ή «Θέλω να σε έχω κοντά μου».

Όπως είπες και εσύ η υποκριτική είναι ένα επάγγελμα με πολλές δυσκολίες, πως διαχειρίστηκες αυτές τις δυσκολίες; Αναγκαστικές να δουλέψεις και σε άλλους τομείς προκειμένου να βγάλεις τα προς το ζην;

Διαχειρίστηκα τις δυσκολίες με πολύ κλάμα. Η ματαιότητα αυτής της δουλειάς είναι δυσβάσταχτη. Ακόμα και σε αυτά τα 3 χρόνια που εργάζομαι ως ηθοποιός συνειδητοποίησα πολύ γρήγορα, ότι είναι ένας χώρος γεμάτος εμπόδια. Υπάρχει αβεβαιότητα και άγχος, είναι μία δουλειά στην οποία δεν μπορείς να εφησυχάζεσαι. Μπορώ να πω, ότι οι ηθοποιοί κάνουμε πρωταθλητισμό. Εγώ δούλεψα πολύ και ευτυχώς τα έχω καταφέρει μέχρι στιγμής. Μόνο μία φορά υπήρξε που αναγκάστηκα να κάνω μία άλλη δουλειά, η οποία βέβαια είχε να κάνει με το τραγούδι. Τραγουδούσα σε ένα μαγαζί και ουσιαστικά εργάστηκα για την δεύτερη μεγάλη μου αγάπη, το τραγούδι. Οπότε δεν θα θεωρήσω ότι το έκανα αναγκαστικά, αντιθέτως με πολύ μεγάλη χαρά.

Για να σε γνωρίσουμε καλύτερα και σε προσωπικό επίπεδο….

Πως περνάς τον ελεύθερο σου χρόνο;

Κυρίως μου αρέσει να πηγαίνω στον κινηματογράφο, είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση.

Τι μουσική ακούς;

Λατρεύω την παραδοσιακή μουσική. Μου αρέσει πολύ και η κλασσική μουσική, τα ρεμπέτικα και τα έντεχνα.

Ποιο είναι το χόμπι σου;

Λατρεύω τους λατινικούς χορούς. Μάλιστα πριν μπω στη σχολή, ήμουν ένα βήμα πριν πάρω το πτυχίο μου για δασκάλα χορού στο λάτιν.

Ποια είναι η μεγαλύτερη τρέλα που έκανες μικρή;

Έχω μία κολλητή φίλη, τη Ματούλα. Μαζί κάναμε τρέλες. Ήμασταν μέσα στο μετρό, κάναμε ότι ήμασταν κάποιες άλλες και λέγαμε περίεργες ιστορίες, σαν φάρσες. Βλέπαμε μετά τον κόσμο να κοιτάει παράξενα και εμείς πεθαίναμε στα γέλια.

Ποιο θεωρείς ότι είναι το δυνατό σημείο στον χαρακτήρα σου;

Η ευαισθησία μου, που είναι ταυτόχρονα και το αδύναμό μου και το γεγονός ότι κάνω τους άλλους να γελούν.

Πως είσαι στις προσωπικές σου σχέσεις;

Είμαι πολύ δοτική. Ευαίσθητη, αγαπησιάρα και ταυτόχρονα πολύ αυστηρή όταν χρειάζεται.

Ποιο είναι το ιδανικό πρότυπο ενός άντρα για εσένα;

Θα ήθελα, να έχει μία ευαίσθητη πλευρά, να έχει βαθύ συναισθηματικό κόσμο, χιούμορ και να νοιώθω θαυμασμό προς το πρόσωπο του.

Έχει περάσει από τη ζωή σου αυτός ο άντρας;

Ναι, έχει περάσει και με ενέπνευσε πολύ.

Ποια προσωπική ευχή θα ήθελες να κάνεις για το 2020;

Υγεία θα ήθελα να ευχηθώ, πάνω από όλα. Επίσης να έρθουν αλλαγές που θα με εξελίξουν και θα με κάνουν καλύτερο άνθρωπο, και να περιορίσω το άγχος και τους φόβους μου.

«Σε μία γυναίκα με γοητεύουν τα μάτια, το χαμόγελο και παρατηρώ τα χέρια»

(Μία αποκλειστική συνέντευξη με τον Γιώργο Γεροντιδάκη, από τις Άγριες Μέλισσες)

Ο Γιώργος Γεροντιδάκης μετράει ήδη δύο δεκαετίες στον χώρο της υποκριτικής και είναι μόλις 31 ετών. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει μόνιμα στα Νότια προάστια της πρωτεύουσας. Σταδιακά, τα μονοπάτια της ζωής τον οδήγησαν στο επάγγελμα του ηθοποιού από την πολύ μικρή του ηλικία και αργότερα στην δραματική σχολή «Ίασμος» του Βασίλη Διαμαντόπουλου.

Η καριέρα του ξεκινά από την διαχρονική ταινία «Peppermint» του Κώστα Καπάκα, η οποία κατάφερε να αποσπάσει 18 βραβεία. Αν και ήταν μόλις 10 ετών, έδειξε το απαράμιλλο ταλέντο του, καθώς όχι μόνο γνώριζε απ΄ έξω όλο το σενάριο -και δεν δίσταζε να βοηθά τους ενήλικες ηθοποιούς, όταν ξεχνούσαν τα λόγια τους- αλλά μας καθήλωσε και με την ερμηνεία του. «Το έβλεπα επαγγελματικά, όχι σαν παιδί και ως ενήλικα με αντιμετώπιζαν και οι συνεργάτες μου», τονίζει.

Έχει συμμετάσχει σε πολλές από τις μεγάλες επιτυχίες της ελληνικής τηλεόρασης, όπως «Βέρα στο Δεξί», Τα φτερά του έρωτα», «7 θανάσιμες πεθερές», «L.A.P.D: Λεκανοπέδιο Αττικής Police Depeartment», «Το σόι μου μέσα» και άλλα.

Φέτος, τον απολαμβάνουμε μέσα από την τηλεοπτική συχνότητα του Αnt1, στον ρόλο του «Μελέτη» στις «Άγριες Μέλισσες». Από την μία ενσαρκώνει τον επιστάτη της οικογένειας Σεβαστού, εκείνον στον οποίο ανατίθενται όλες οι παράνομες και εγκληματικές ενέργειες της οικογένειας, και από την άλλη είναι η προσωποποίηση του πάθους της Πηνελόπης. Μονάχα μέσα από τα μάτια της Πηνελόπης, αφήνει ο Μελέτης την αγνότητα και την καλοσύνη, να αναδυθεί από την ψυχή του.

Για τον ρόλο του στη σειρά, τρικυμία σχολίων έχει ξεσπάσει στα κοινωνικά δίκτυα. Ο Γιώργος, έχει καταφέρει να γίνει ο πιο μισητός «κακός» στο κοινό και την ίδια στιγμή, έχει φροντίσει να κάνει τον κόσμο να υποκλίνεται και να εκθειάζει το υποκριτικό του ταλέντο.

Παράλληλα, τις Κυριακές δίνει την ευκαιρία σε μικρούς και μεγάλους να τον απολαύσουν στην παιδική θεατρική παράσταση «Ο θαυμαστός κόσμος της μαργαρίτας». Η θεατρική παράσταση παίζεται στο Θέατρο «Χυτήριο» και ο Γιώργος εμφανίζεται υποδυόμενος τον γεροπλάτανο της λουλουδοοικογένειας, εκείνον που σώζει τον κόσμο. Τέλος, από τον Ιανουάριο θα πρωταγωνιστήσει στην παράσταση «Mom maid mermaid», στο Γυάλινο Μουσικό θέατρο, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Σιώζου.

Στη δική σου τη ζωή πως μπαίνει αυτή η πολυαγαπημένη σειρά, οι «Άγριες Μέλισσες»;

Εγώ δέχθηκα ένα τηλεφώνημα και ζήτησαν να με δουν γα την σειρά. Τότε δεν γνώριζα καν για το casting, είχα ακούσει από κύκλους ότι υπήρχε κάποια «κλειστή» οντισιόν στην οποία έβλεπαν συγκεκριμένα πρόσωπα.

Το παράδοξο στην υπόθεση είναι, ότι εκείνη την περίοδο συμμετείχα σε μία θεατρική παράσταση ενσαρκώνοντας τον Δράκουλα και ένας φίλος με πρότεινε, για να παίξω σε Escape Room. Έτσι, μίλησα με τους αρμόδιους για την συγκεκριμένη δουλειά και την αρνήθηκα προφασιζόμενος ότι -τάχα μου- θα παίξω σε σειρά και δεν έχω τον απαραίτητο χρόνο. Μετά από δύο μέρες λοιπόν αφού είχα προφασιστεί την συγκεκριμένη δικαιολογία με πήραν τηλέφωνο από το casting των Άγριων Μελισσών.

Πηγαίνοντας στην οντισιόν ήμουν πεπεισμένος -ήδη από το τηλεφώνημα- ότι θα έχω τον ρόλο. Ίσως τα λόγια τους και το γεγονός ότι επικαλέστηκαν πολλά από τα θεατρικά στα οποία έχω παίξει, με έκαναν να έχω περισσότερη αυτοπεποίθηση. Το ίδιο κιόλας απόγευμα με ενημέρωσαν ότι θα είμαι στην σειρά. Θεωρώ, ότι ήταν η καλύτερη οντισιόν που έχω κάνει.

Ο ρόλος του Μελέτη ήταν εξαρχής προκαθορισμένος για εσένα;

Σίγουρα με είχαν στο μυαλό τους για ένα από τους κακούς. Συγκεκριμένα με ήθελαν είτε για τον «Κωσταντή», είτε για τον «Μελέτη». Όπως όλα δείχνουν κατέληξαν στον «Μελέτη»

Είναι η πρώτη φορά που υποδύεσαι ένα τέτοιο χαρακτήρα στην τηλεόραση. Ήταν πρόκληση για σένα αυτός ο ρόλος;

Όχι, παρότι δεν έχω ξαναγίνει κακός για τις ανάγκες της τηλεόρασης, ήταν μεγάλη χαρά για εμένα. Μπορώ να σου πω, ότι το γεγονός, πως πέρυσι έβλεπα Peaky Blinders και πλήθος έργων εποχής με έκανε να αντιλαμβάνομαι καλύτερα το πως μπορείς να αποδώσεις έναν ακραίο ρόλο -είτε καλό είτε κακό- χωρίς να βγει καρικατούρα.

Ο Μελέτης θεωρείται το «σκυλί του Δούκα», ο οποίος τον υπακούει πιστά και δεν διστάζει να κάνει οτιδήποτε και να του ζητήσει. Είναι όμως όντως αυτός ο κακός της υπόθεσης. Θεωρείς ότι μελλοντικά θα δούμε την ανατροπή στον χαρακτήρα του;

Ο Μελέτης είναι ένας υποτακτικός άνθρωπος. Μπορεί να έχει τη δύναμη να ανταπεξέλθει σε οποιαδήποτε δυσκολία, αλλά δεν έχει τη δύναμη να υψώσει ανάστημα μπροστά στην οικογένεια των Σεβαστών. Τις αλλαγές που μπορεί να έρθουν, δεν τις γνωρίζω, σίγουρα εγγυώμαι τεράστιες ανατροπές. Δεν σου κρύβω, ότι ανυπομονώ και εγώ να δω σεναριακά την εξέλιξη του Μελέτη. Σαν Γιώργος, πιστεύω ότι ο Μελέτης έχει καλή ψυχή, αλλά σε αυτή τη φάση η εμπιστοσύνη και η αγάπη του προς τον Δούκα, τον έχει τυφλώσει. Επίσης, για εμένα δεν υπάρχει καλός και κακός χαρακτήρας. Όλοι μέσα μας έχουμε τον καλό και τον κακό. Απλώς πάντα υπάρχει η επιλογή του τι θα βγάλουμε προς τα έξω. Ο Μελέτης δεν θεωρεί ότι κάνει κακό για εκείνον οι πράξεις του είναι σωστές.

Τι άνθρωπος είναι ο Μελέτης;

Ο Μελέτης είναι ένας άνθρωπος ντόμπρος. Σε όλα τα επεισόδια που έχουμε δει μέχρι τώρα, η μόνη φορά που δεν υπήρξε ντόμπρος ήταν όταν μαχαίρωσε πισώπλατα τον Μιλτιάδη. Όμως, ακόμα και αυτή η ενέργεια έκρυβε από πίσω της το γεγονός, ότι λίγο πριν είχε δεχτεί την απόρριψη της Πηνελόπης. Ήταν θολωμένο το μυαλό του. Επίσης, είναι ένας εξαιρετικός φίλος, από αυτούς που σπανίζουν στις ημέρες μας. Είσαι σε θέση να θυσιάσει ακόμα και την ζωή του, για εκείνους που αγαπά.

Στον δρόμο ο κόσμος αντιδρά για το ρόλο του Μελέτη; Τι σου λένε όταν σε βλέπουν;

Για να σου πω την αλήθεια μάλλον λόγω του παρουσιαστικού με φοβούνται με έναν τρόπο. Βέβαια έχουν πλάκα αυτά! Ο κόσμος ταυτίζεται και εγώ το βρίσκω θετικό αυτό, είναι το αποτέλεσμα του κόπου και της δουλειάς που έχουμε ρίξει. Όμως δεν σου κρύβω, ότι με πολλούς κάνω και πολύ όμορφες συζητήσεις στον δρόμο, ενώ άλλοι μου λένε «Πάρε την Πηνελόπη και φύγετε!»

Ο Μελέτης παρότι κακός δεν διστάζει να ερωτευτεί την Πηνελόπη, αυτό υποδηλώνει ότι υπάρχει καταβάθος κάτι καλό μέσα του;

Μόνο στην Πηνελόπη δείχνει ο Μελέτης αυτό το καλό που υπάρχει στην ψυχή του. Αυτός ο έρωτας για εμένα προσωπικά μέσα στους πολλούς, που έχει αυτή η σειρά, είναι λίγο ξεχωριστός, γιατί βγάζει την θετική πλευρά ενός ανθρώπου. Αυτός ο έρωτας είναι «καθαρός». Μιλάμε για αγνά συναισθήματα ανάμεσα στο ζευγάρι.

Τι ερωτεύεται στην Πηνελόπη, τι τον γοητεύει;

Η Πηνελόπη είναι ένα αγνό πλάσμα, και ίσως είναι αυτή η αγνότητα που του λείπει. Την Πηνελόπη την αγαπά γιατί έχουν ζήσει και έχουν μεγαλώσει μαζί. Τώρα που η Πηνελόπη έχει ενηλικιωθεί, ο Μελέτης της εκδηλώνει τον έρωτα του. Επίσης, μπορώ να πω ότι τον γοητεύουν τα μάτια της.

Πως θα αντιδράσει τον γάμο της Πηνελόπης, που πιθανώς να έπεται;

Μέχρι τώρα έχουμε δει, ότι ο Μελέτης σαν ρόλος «καταπίνει» και κάνει υπομονή για πάρα πολλά πράγματα. Δεν μπορεί να εκδηλώσει την έκρηξη του εύκολα, γιατί θα πρέπει να δεχτεί τις συνέπειες και δεν θέλει να φέρει σε δύσκολή θέση άλλους ανθρώπους. Ακόμα και εμείς δεν ξέρουμε τις εξελίξεις, σίγουρα θεωρώ ότι θα είναι πολύ δύσκολο να το δεχτεί όλο αυτό. Με έναν τρόπο, της ζήτησε να μείνει και ας είναι παντρεμένη με κάποιον άλλο. Κάνει τεράστια θυσία. Θεωρώ πως ακόμα και να γίνει ο γάμος, ο Μελέτης θα το «φάει αμάσητο».

Θεωρείς ότι θα προσπαθήσει να ξεσκεπάσει τον Κλεομένη;

Δεν τον υποψιάζεται για να τον ξεσκεπάσει. Ούτε εκείνος έχει καταλάβει την απάτη του Κλεομένη. Τον ενοχλεί που υπάρχει. Δεν θέλει να βρίσκεται κοντά στην Πηνελόπη και σε πολλές σκηνές μου ‘ρχεται να τον χαστουκίσω, αλλά κρατιέμαι, τι να κάνω (γέλια). Πολλές φορές μου λέει ο Θανάσης Κουρλαμπάς (Κλεομένης) «Πως με κοιτάς έτσι ρε Γιώργο, τρομάζω».

Τι είναι σε θέση να κάνει ο Μελέτης για να κερδίσει την Πηνελόπη;

Να την κλέψει, να φύγει και να ζήσουν μία ζωή μακριά από όλα αυτά. Αυτό είναι πολύ ρομαντικό και δεν γίνεται στις ημέρες μας.

Με τον Μελέτη έχεις κάτι κοινό; Μπορείς να ερωτευτείς τόσο δυνατά όσο ο Μελέτης;

Σαν σκορπιός και εγώ ερωτεύομαι πολύ. Αυτό που μου αρέσει και με γοητεύει στον Μελέτη και νομίζω ότι είναι και ένα κοινό μας στοιχείο, είναι ότι μπορώ να δείχνω τα συναισθήματα μου μονάχα σε εκείνους που πραγματικά επιθυμώ. Δεν διοχετεύομαι παντού και δεν «καταναλώνω» τα συναισθήματα μου, τα δείχνω έμπρακτα σε αυτούς που πρέπει. Ενσαρκώνοντας τον χαρακτήρα του Μελέτη μπορώ να σου πω, ότι έχω βελτιωθεί πολύ σε αυτό το κομμάτι.

Ποια είναι η πιο αστεία στιγμή σας στα γυρίσματα;

Πραγματικά είναι άπειρες. Απολαμβάνω το γεγονός ότι οι περισσότερες σκηνές μου είναι με τον Λεωνίδα Κακούρη (Δούκας) και με τον Γιάννη Κουκουράκη (Κωσταντής). Αυτό το τρίπτυχο που σχηματίζουμε είναι το κάτι άλλο, ενώ κάνουμε τους κακούς είμαστε οι πιο αστείοι όλου του γυρίσματος. Συγκεκριμένα, στον γάμο της Ασημίνας, όταν γίνονταν η γιορτή εμείς έπρεπε να είμαστε σοβαροί και κάθε φορά που δεν μας έγραψαν οι κάμερες εμείς χορεύαμε και πεθαίναμε στα γέλια. Βέβαια, όλα αυτά είναι inside jokes, όπως έχουμε και με τον Γιάννη Κουκουράκη μία πολύ συγκεκριμένη κίνηση που σηκώνουμε λίγο το μουστάκι και γελάμε μεταξύ μας.

Είχες πρωταγωνιστήσει στην εξαιρετική και πολυβραβευμένη ταινία «Peppermint» του Κώστα Καπάκα, το 1999. Μετά ήρθαν προτάσεις και για σίριαλ στην τηλεόραση, όπως είναι «Τα φτερά του έρωτα», «Βέρα στο δεξί» κ.α. Μπήκες δηλαδή δυναμικά στη δουλειά του ηθοποιού από πολύ μικρή ηλικία, ήσουν μόλις 10 χρονών, μικρό παιδάκι. Έζησες την παιδική σου ηλικία έτσι όπως θα έπρεπε;

Ήμουν διχοτομημένος σε δύο εαυτούς, ο ένας ήταν ο Γιώργος που βρίσκονταν στο σχολείο έπαιζε και ζούσε την ηλικία του και ο άλλος εαυτός ήταν εκείνος, που όταν τελείωνε το σχολείο έτρεχε να βρεθεί στα πλατό. Κάποιες φορές ίσως με έπιανε το παράπονο, γιατί οι φίλοι που έφευγαν για παιχνίδι, ενώ εγώ πήγαινα για δουλειά. Σταδιακά όμως το απέβαλλα. Σε αυτό συνέβαλλε και το γεγονός, ότι οι φίλοι μου και το περιβάλλον, στο οποίο ζούσα, δεν σταμάτησε να με αντιμετωπίζει ως παιδί, οπότε διατήρησα την παιδικότητα μου.

Πως κατάφερες να συνδυάσεις αυτές τις «δύο ζωές» και να ανταπεξέλθεις;

Για να μπορέσει να ανταπεξέλθει ένα παιδί σε όλο αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Προσωπικά βγάζω το καπέλο, σε όλους τους ανθρώπους που καταφέρνουν να εντάξουν στο κλίμα όλα αυτά τα παιδιά. Εμένα μου συμπεριφέρονταν, ως ενήλικα και πραγματικά τους ευχαριστώ πολύ για αυτό. Αυτός είναι και ο λόγος που αγαπάω τόσο πολύ την Μαριάννα Τουμασάτου. Μάλιστα, πρόσφατα έτυχε να κάνω ένα γύρισμα με ένα παιδί, και ένοιωσα μέσα μου, πως ήρθε η ώρα να δώσω και εγώ αυτά που μου έχουν δώσει. Το παιδί λοιπόν είχε κολλήσει και ζήτησα πέντε λεπτά μαζί του, γιατί γνώριζα πως μπορεί να ένοιωθε και ήθελα να το βοηθήσω.

Τι σε γοητεύει στην τέχνη της υποκριτικής;

Το γεγονός ότι προσφέρονται μοναδικά συναισθήματα. Κάτι που μου έχει μείνει πολύ έντονα είναι κάτι που βίωσα σε μία παράσταση που ανεβάσαμε το 2012. Είχαμε αφιερώσει -θυμάμαι- 9 μήνες εντατικών προβών, για μια παράσταση που θα έπαιζε για τρεις ημέρες. Μόλις βγήκε ο πρώτος ηθοποιός έξω, αντίκρισε ένα θέατρο γεμάτο με κόσμο που δεν περιμέναμε. Στο τέλος της παράστασης το χειροκρότημα των θεατών ήταν τόσο έντονο, που ένοιωθα το σώμα μου να κυματίζει. Θέατρο είναι για εμένα, αυτές οι στιγμές. Η αγκαλιά ενός παιδιού που ταυτίστηκε με το θέαμα, το ευχαριστώ του κόσμου, ένα άγγιγμα ή ένα κλάμα είναι εκείνα που με συγκλονίζουν μέσα σε αυτή την τέχνη.

Παίζεις σε παιδικό. Πως γίνεται να είσαι από τη μία ο «Μελέτης», ο σκληρός, ο κακός, και από την άλλη να γίνεσαι ένας γεροπλάτανος σε μια παράσταση για παιδάκια;

Είναι ωραία τα αντιφατικά πράγματα. Από την μία μπορεί να σκοτώνω σε μία σειρά και από την άλλη να προσπαθώ να σώσω έναν πλανήτη. Έχω πει πολλές φορές, ότι τα παιδικά είναι και για τους μεγάλους. Έχω παίξει σε πολλά παιδικά. Αρχικά το φοβόμουν πάρα πολύ, θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ ιδιαίτερο και πάρα πολύ δύσκολο. Αγαπάω πάρα πολύ τα παιδιά, οπότε μου δίνει μεγάλη χαρά η συμμετοχή μου εκεί.

Πόσο δύσκολο είναι για τον ηθοποιό των παιδικών παραστάσεων να «χαλιναγωγήσει» το τόσο νεαρό κοινό;

Η επιτυχία του παιδικού είναι, όταν το παιδί αποσβολωμένο και άναυδο παρακολουθεί την παράσταση. Άσχετα με τη επιτυχία ή όχι της παράστασης, εγώ συγκινούμαι απερίγραπτά με αυτό. Η επιτυχία κρύβεται στο να καταφέρεις να αποσπάσεις την προσοχή του παιδιού.

Από Γενάρη θα είσαι και στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο; Πες μας λίγα λόγια για την παράσταση.

Ξεκινάμε 8 Ιανουαρίου και βρισκόμαστε στην Εναλλακτική Αίθουσα του Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου που άνοιξε στον 7ο όροφο, με το θεατρικό έργο «Μom Made Mermaid» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Σιώζου, που αφορά στους δεσμούς αίματος και τη ζωή ενός γιου και μιας μάνας στο σπίτι. Θα παρομοίαζα το έργο με ένα φωτογραφικό άλμπουμ, καθώς απομονώνονται οι στιγμές και παρουσιάζονται στον κόσμο. Μαζί μου επί σκηνής είναι η Μάγδα Κατσιπάνου. Θα κάνουμε 18 παραστάσεις και θα είμαστε εκεί από Τετάρτη – Κυριακή.

Θα υποθέσω ότι ήδη από την πολύ μικρή σου ηλικία θα είχες αποφασίσει για το επάγγελμα που θα ακολουθούσες…

Περίπου! Τελειώνοντας το σχολείο είχα ήδη αποφασίσει ότι δεν θα έδινα πανελλήνιες για να περάσω σε κάποιο ελληνικό πανεπιστήμιο. Είχα στο μυαλό μου να ασχοληθώ με την αρχαιολογία τότε, αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα στην Ελλάδα για αυτό. Έπειτα λάτρευα την εγκληματολογία, όμως αυτό είναι ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Έτσι οδηγήθηκα στην υποκριτική και στην σχολή Ίασμος.

Όμως από πιο μικρός ασχολήθηκες με την υποκριτική, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, δεν υπήρξε εξαρχής μονόδρομος;

Αυτό ήταν ένα κομμάτι της ζωής μου, που ως παιδί, μου έδινε μεγάλη χαρά, περνούσα πολύ ευχάριστα μέσα στο χώρο. Υπήρχε μέσα μου μία καλλιτεχνική τάση, όμως δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι αυτή η ενασχόληση, που μου δίνει τόσο μεγάλη χαρά, θα γίνει το επάγγελμά μου.

Για να γνωρίσουμε καλύτερα τον Γιώργο Γεροντιδάκη…

Ποια είναι η μεγαλύτερη τρέλα που έχεις κάνει;

Από μικρός μου άρεσε το ύψος. Έτσι λοιπόν, στην πολυκατοικία που έμενα πήγαινα στην γιαγιά μου -που βρίσκονταν στον 5ο όροφο- και πηδούσα από το ένα μπαλκόνι στο άλλο, την στιγμή που από κάτω βρίσκονταν το απόλυτο κενό. Τότε δεν φοβόμουν, όταν το αναπολώ τώρα με πιάνει τρόμος.

Πως περνάς τον ελεύθερο σου χρόνο;

Θα παίξω μπάλα ή θα πάω στο γήπεδο, να στηρίξω τον Ολυμπιακό την αγαπημένη μου ομάδα. Επίσης, κάθε Σάββατο παίζουμε με το σωματείο ηθοποιών ποδόσφαιρο. Γενικά, είμαι του αθλητισμού και προσπαθώ 4-5 φορές την εβδομάδα να αθλούμαι.

Πες μου κάποιον άλλο έρωτα σου εκτός από την υποκριτική και τον αθλητισμό.

Οι γυναίκες, δεν είναι ένας έρωτας; Είστε το αλατοπίπερο στη ζωή των αντρών. Μπορεί να μαλώνουμε, αλλά χωρίς εσάς δεν μπορούμε, έχουμε δημιουργηθεί για να υπάρχει συντροφικότητα.

Τι σε γοητεύει σε μία γυναίκα; Τι χαρακτηριστικά έχει η ιδανική γυναίκα για εσένα;

Αυτά που κοιτάω κατά κύριο λόγο σε μία γυναίκα είναι τα μάτια, γιατί μου λένε την αλήθεια, το χαμόγελο, γιατί δείχνει το πόσο όμορφη μπορεί να είναι και τα χέρια, γιατί δείχνουν την αριστοκρατία.

Πότε άλλαξε ο χρόνος, πολύ όμορφα για εσένα;

Όταν αποκλειστήκαμε στα χιονιά με τους κολλητούς μου. Αξέχαστες στιγμές. Για 18 ώρες δεν είχαμε φαγητό, μπορώ να πω, ότι έζησα το Survivor.

Τι θα ήθελες να σου φέρει το 2020;

Θα ευχόμουν να φέρει στα παιδιά και στον κόσμο που έχει ουσιαστικά προβλήματα, λύσεις. Αν είναι ευτυχισμένος ο κόσμος γύρω μας, είμαστε ευτυχισμένοι και εμείς. Επίσης, μία άλλη ευχή που θα ήθελα να κάνω, κυρίως προς τα πρόσωπα με εξουσία, είναι να έρθει το 2020 και να πάψει την απληστία.

«Η υποκριτική είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου»

(Μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τον Ιωάννη Αθανασόπουλο)

Είναι ο Ιωάννης Αθανασόπουλος και τον συναντώ στα Studio Kapa, όταν κατάφερε να ξεκλέψει λίγο χρόνο από τις πρόβες του για τα γυρίσματα των «Άγριων Μελισσών». Εγώ με τη σειρά μου κατάφερα να τον κλέψω για μία ολιγόλεπτη συνέντευξη, καθώς είχα την ανάγκη να διεισδύσω λίγο πιο βαθιά στην ζωή του και να ανακαλύψω στοιχεία για τους «ρόλους» της ζωής του.

Για τους λάτρεις των «Άγριων Μελισσών» είναι ο Γιάννος Σεβαστός. Το ταλαντούχο εκείνο παιδί, που συγκίνησε και συνεπήρε το ελληνικό κοινό με την ερμηνεία του στην σειρά εποχής του Αντ1. Είναι η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση ύστερα από 10 χρονιά επαγγελματικής πορείας στο χώρο του θεάτρου και κατάφερε μονομιάς να κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό μας.

Γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου του 1987 στην Αθήνα και το θέατρο ήταν πάντοτε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Ήδη, από πολύ μικρός ξεκινά να σκηνοθετεί παραστάσεις στην αυλή του σπιτιού του, ενώ η πραγματική αίσθηση και το μικρόβιο τον «μολύνει» κατά τη διάρκεια συμμετοχής του στην θεατρική-ερασιτεχνική ομάδα του σχολείου του. Σταδιακά, αγάπησε το θέατρο και όπως είναι φανερό από τις καθηλωτικές ερμηνείες του, τον ερωτεύτηκε και εκείνο.

Τι σπουδές έχεις ακολουθήσει;

Έχω πτυχίο στο Marketing και Επικοινωνία από την ΑΣΟΕ. Ήταν όρος του πατέρα μου να τελειώσω το Πανεπιστήμιο, για να μπω στη δραματική σχολή. Επομένως, ήδη από το πρώτο έτος σπούδαζα παράλληλα σε δύο σχολές.

Πως κυλάνε επαγγελματικά τα πράγματα για εσένα στον χώρο της υποκριτικής, από τη στιγμή που ξεκινάς την φοίτηση σου, στην δραματική σχολή;

Εγώ είμαι από τους τυχερούς, καθώς είχα στην σχολή μου έναν δάσκαλο, τον Αλέξανδρο Κοέν, ο οποίος έκανε μία παράσταση το 2010 και με επέλεξε. Ύστερα από αυτό, το ένα έφερε το άλλο και η μία παράσταση διαδέχτηκε την άλλη.

Πως ξεκίνησαν οι «Άγριες Μέλισσες»; Πως μπήκε στη ζωή σου αυτή η πολυαγαπημένη σειρά του Αντ1;

Είχε γίνει μία οντισιόν, έστειλα το βιογραφικό μου και πήγα στην ακρόαση. Η αλήθεια είναι, ότι ήταν μία επώδυνη διαδικασία, διότι στην δική μου περίπτωση τα πράγματα ήρθαν λίγο πιο δύσκολα. Ίσως κουράστηκα λίγο περισσότερο από κάποια άλλα παιδιά, που πήραν τον ρόλο αμέσως. Θυμάμαι εγώ ήρθα 6 φορές, για να καταλήξουν τελικά στο όνομα μου. Μέσα μου μπορεί να ήξερα, ότι πάω προς τον σωστό δρόμο, αλλά μέχρι να ακούσεις το τελικό «ΝΑΙ» υπάρχει ένα έντονο άγχος.

Νοιώθεις ότι σε κάποια σημεία ταυτίζεσαι με τον χαρακτήρα του τηλεοπτικού Γιάννου Σεβαστού;

Στο κομμάτι του bullying που υφίστανται και ο Γιάννος, έχω βιώσει -αν μπορεί να θεωρηθεί ως bullying- μία μικρή μορφή του. Όταν έδινα πανελλήνιες, είχα κάποια περιττά κιλά και άκουγα κάποια επικριτικά σχόλια για το βάρος μου. Γενικά, έχουμε κοινά. Θεωρώ ότι είμαι και εγώ ευαίσθητος, δοτικός και πιστεύω, ότι αν τον βλέπαμε σε περισσότερα επεισόδια ο Γιάννος θα ήταν και ένας πολύ καλός φίλος.

Πως κατάφερες να διεισδύσεις τόσο βαθιά σε αυτό τον χαρακτήρα και να τον αποδώσεις με αυτό τον εξαιρετικό -κατά την γνώμη μου- τρόπο;

Πριν από περίπου 5 χρόνια έτυχε να πάω με μία φίλη μου σε μία ψυχιατρική μονάδα, για να επισκεφθεί κάποιον δικό της. Εκείνη την ημέρα είδα κάποια πράγματα, γιατί ως άνθρωπος είμαι παρατηρητικός. Τα όσα είδα με κάποιον τρόπο τα αφομοίωσα και στον χαρακτήρα του Γιάννου. Σίγουρα, μελέτησα πάρα πολύ καλά τον ρόλο και φρόντισα να διαβάσω στο διαδίκτυο πολλά πράγματα για την ψυχολογία αυτών των ανθρώπων. Επίσης, προσπάθησα να παρατηρήσω ιδιαίτερες φιγούρες της καθημερινότητας, που δεν νοσούσαν -απαραίτητα- ψυχικά, και να τις αφομοιώσω στο πορτρέτο του Γιάννου.

Πόσο εξαντλητικές ήταν οι πρόβες σου;

Τολμώ να σου πω, ότι έκανα πρόβες ακόμα και μέσα στην μέση του δρόμου. Παντού, χωρίς υπερβολή. Θυμάμαι κάποια στιγμή το καλοκαίρι, έκανα πρόβα τα λόγια του Γιάννου, περπατούσα στο δρόμο και παραμιλούσα, με κοιτούσε ο κόσμος και πραγματικά δεν έχω ιδέα τι μπορεί να σκέφτονταν (γέλια).

Ο Γιάννος θυσιάστηκε για τις τρεις αδελφές προκειμένου να προστατέψει το μυστικό τους. Εσύ, ως Ιωάννης, έχεις θυσιαστεί για να προστατέψεις τα δικά σου πρόσωπα;

Κάποια μεγάλη πράξη ηρωισμού δεν έχω κάνει ακόμα. Δεν σου κρύβω ότι θα ήθελα και θα το έκανα, για κάποιον δικό μου.

Θεωρείς ότι και σήμερα οι άνθρωποι αντιδρούν αρνητικά απέναντι σε κάποιον συνάνθρωπο με κάποιες ιδιαιτερότητες;

Η αλήθεια είναι, ότι όσο και αν λέμε ότι είμαστε ανοιχτόμυαλοι, δεν είμαστε. Για παράδειγμα, όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο με αναπηρικό καροτσάκι στον δρόμο ή έναν άνθρωπο με νοητικά προβλήματα, το πρώτο πράγμα, που δυστυχώς όλοι σκεφτόμαστε είναι «Πο, πο τον καημένο». Αυτή η φράση δεν πρέπει να υπάρχει, τι πάει να πει αυτή η έκφραση; Δεν υπάρχει κανείς καημένος! Νομίζω, ότι στην Ελλάδα τα πράγματα είναι δύσκολα σε αυτό το κομμάτι. Είχα πάει στο Βερολίνο το Πάσχα. Έβλεπες παντού ανθρώπους διαφορετικούς, από διαφορετικές εθνικότητες, με κινητικά προβλήματα, ομοφυλόφιλους άντρες και γυναίκες, να κινούνται στους δρόμους απερίσπαστα και ελεύθερα, δίχως τον φόβο της λογοκρισίας. Σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες βλέπεις ανθρώπους ανοιχτόμυαλους, που εντάσσουν κάθε μειονότητα αρμονικά στο κοινωνικό σύνολο. Στην Ελλάδα όταν έχεις περιττά κιλά, πρέπει να είσαι ο δακτυλοδεικτούμενος. Ωστόσο, θεωρώ ότι οι γενιές οι δικές μας και αυτές που έρχονται, οδεύουν προς μία αλλαγή.

Πως νοιώθεις για όλο αυτό που βιώνεις μέσα από τις «Άγριες Μέλισσες»;

Μαγικά! Είναι απίστευτο, γιατί πριν 10 χρόνια έκανα την πρώτη μου εμφάνιση στο θέατρο με την παράσταση «Όχι για αηδόνια» του Τένεσυ Ουίλιαμς, και υστέρα από 10 χρόνια κάνω την πρώτη μου εμφάνιση στην τηλεόραση με τις «Άγριες Μέλισσες». Είμαι ευτυχισμένος για την ευκαιρία που μου δόθηκε. Μάλιστα, οι δύο ρόλοι (ο πρώτος του στο θέατρο, και ο ρόλος στις Άγριες Μέλισσες) έχουν κοινά στοιχεία. Στην θεατρική παράσταση έκανα έναν βουβό και μοναχικό ρόλο, έναν χαρακτήρα που συνειδητοποιώ, ότι διαθέτει αρκετά κοινά στοιχεία με τον Γιάννο Σεβαστό.

Το ελληνικό κοινό έχει αγαπήσει τον Γιάννο και την ερμηνεία σου, ποια άλλα σχόλια έχεις λάβει και πως ένοιωσες;

Η Μελίνα Τσαμπάνη που γράφει το σενάριο, μου είπε ότι έχει συγκινηθεί από την ερμηνεία, ότι ο Γιάννος πήρε ακριβώς την μορφή που είχε οραματιστεί. Πραγματικά, νοιώθω πολύ μεγάλη συγκίνηση, γιατί έβγαλα ασπροπρόσωπους τους ανθρώπους που με πίστεψαν. Ειδικότερα, όταν έχεις έναν χαρακτήρα μετριόφρων και ανασφαλή -όπως ο δικός μου- και ακούς τόσο θετικά σχόλια από τόσο σπουδαίους ανθρώπους, είναι μαγικό. Πάντοτε ρωτάω τον σκηνοθέτη μας, αν είναι όλα καλά και αν είναι ικανοποιημένοι στο 100%. Όταν βλέπω την ικανοποίηση στα πρόσωπα τους, παίρνω πολύ μεγάλη χαρά.

Τι δεν ξέρουμε από τις εξελίξεις των Άγριων Μελισσών και μπορείς να μας πεις;

Αυτό που μπορώ να σου πω είναι, ότι ο Γιάννος θα συνεχίζει να εμφανίζεται σε κάποιες flash back σκηνές. Κάποιες από αυτές μπορώ να σου πω ότι ούτε εγώ τις ήξερα, τώρα γράφονται και είναι πάρα πολύ συγκινητικές. Ο Γιάννος εμφανίζεται σε σκηνές λίγο πριν ξεκινήσει η ιστορία στο Διαφάνι, μας πάει κάποιους μήνες πριν και μας δείχνει κάποια περιστατικά και γεγονότα της ζωής του, ή εμφανίζεται ως πνεύμα.

Να περάσουμε τώρα στο θέατρο και στο «Τoc Toc»…

Toc Toc, στο θέατρο ΗΒΗ, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 για έκτη χρονιά. Για εμένα είναι μία πρωτόγνωρη εμπειρία και αυτό. Έχει τεράστια διαφορά όταν παίζεις σε ένα θέατρο 60 ατόμων και σε ένα θέατρο 500 ατόμων. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος για αυτή την παράσταση, είναι η πρώτη φορά που κάνω κωμωδία και ενθουσιάστηκα πάρα πολύ όταν ο κύριος Σπυρόπουλος μου ανακοίνωσε, ότι θέλει να συνεργαστούμε.

Πρώτη φορά κωμωδία λοιπόν… Πως σου φάνηκε, δυσκολεύτηκες;

Είναι πάρα πολύ δύσκολη η κωμωδία. Η κωμωδία θέλει αλήθεια, διότι είναι πολύ εύκολο να παρουσιαστεί μια «καρικατούρα» και κάτι το ψεύτικο. Πριν το Toc Toc, αν με ρωτούσες θα σου έλεγα ότι προτιμώ το δράμα, πλέον όμως αντιλαμβάνομαι ότι η κωμωδία μπορεί να σου δώσει πολλά πράγματα, είναι ένα «όπλο» στην πορεία σου. Επίσης, είναι πολύ όμορφο, γιατί παρουσιάζω ένα εκ διαμέτρου αντίθετο προφίλ από αυτό που έχω στην σειρά. Αυτός είναι βέβαιά και ένας από τους λόγους που ενσαρκώνω έναν κωμικό χαρακτήρα.

Να πούμε, ότι έχεις βραβευτεί για την ερμηνεία σου στο θεατρικό έργο «Το Κάλεσμα Της Λορίν» από τα «Queer Awards», βραβεία που έχουν να κάνουν με έργα που αφορούν την διαφορετικότητα.

Πέρυσι τέτοια εποχή βραβεύτηκα για την ερμηνεία μου σε αυτή την παράσταση. Το βραβείο ονομάζονταν Trans Visibility. Αυτή η παράσταση έπαιζε για δύο χρόνια. Ξεκινήσαμε δειλά-δειλά και από στόμα σε στόμα μαθευτήκαμε και πήγαμε πολύ καλά. Να σου πω την αλήθεια, ήταν από τις παραστάσεις που ήθελα πάρα πολύ να την γνωρίσει το ευρύ κοινό. Ήταν μία πολύ καλή δουλειά, χωρίς φυσικά να υποτιμώ προηγούμενές μου δουλειές. Πλέον, με ρωτούν διαρκώς πότε θα ανέβει κα πάλι η παράσταση και πιστεύω, ότι θα ξαναγίνει. Είμαστε σε συζητήσεις με τους αρμόδιους.

Υπήρξε στιγμή που απελπίστηκες, που σκέφτηκες να τα παρατήσεις και να το βάλεις «κάτω»;

Ναι έχω φτάσει σε σημείο να απελπιστώ, όχι όμως να το βάλω «κάτω». Όσο έπαιζα σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις, αναγκαζόμουν να κάνω και άλλη μία δουλεία, για να μπορώ να τα βγάλω πέρα οικονομικά. Δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να βιοποριστώ αποκλειστικά από το θέατρο, διότι δεν ήμουν σε παραστάσεις με πολύ μεγάλες παραγωγές. Αναγκάστηκα λοιπόν, να κάνω τη βασική μου δουλεία που είναι αυτή που αγαπάω και θέλω να συνεχίζω να κάνω και έκανα και μία δουλεία που θα μπορούσε να είναι ευέλικτη στα ωράρια των προβών μου στο θέατρο. Είχα ξεκινήσει λοιπόν σε τηλεφωνικό κέντρο, ύστερα δούλευα βράδυ σε διάφορα μαγαζιά στο κέντρο της Αθήνας και τελευταία μου δουλεία ήταν υπεύθυνος ρεσιψίον σε ένα ινστιτούτο.

Πως κατάφερες να διαχειριστείς όλη αυτή την πίεση και την ένταση εκείνων των ημερών ;

Κοίταξε, εγώ γενικά είμαι ένας άνθρωπος που δεν μπορώ την απόρριψη. Είναι κάτι που με ενοχλεί και ορισμένες φορές δεν καταφέρνω να το διαχειρίζομαι όσο σωστά θα ήθελα. Επομένως, έχω περάσει πολύ δύσκολα και έχω τραβήξει αρκετή στεναχώρια. Πλέον, προσπαθώ να διαχειρίζομαι οτιδήποτε μου συμβαίνει όσο το δυνατόν καλύτερα. Έκανα όμως υπομονή, δούλεψα πολύ, παρέμεινα πιστός σε αυτό που αγαπάω.

Τι θα μπορούσες να θεωρήσεις, ως αρνητικό σου, τι θα ήθελες να βελτιώσεις στην επαγγελματική σου πορεία;

Θεωρώ, ότι δεν είμαι πολύ καλός στις ακροάσεις. Αυτό γιατί πρέπει μέσα σε 2-3 λεπτά, να έχεις ετοιμάσει ένα μονόλογο και να βγεις να τον πεις. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που θέλω τον χρόνο μου, θέλω να κάνω μία μικρή πρόβα και τελικώς να παρουσιάσω ένα τέλειο αποτέλεσμα. Πέρασα δύσκολα όταν με απέρριπταν σε ακροάσεις, γιατί ήξερα ότι είχα να δώσω πράγματα, απλώς οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές για εμένα.

Την απόρριψη πλέον πως την διαχειρίζεσαι;

Έχω φτιάξει στο στομάχι μου μία πολύ μεγάλη περιοχή, που είναι εκεί για να δέχεται όλα τα λιγότερο καλά που συμβαίνουν. Νοιώθω ότι είναι σαν τον έρωτα, το μίσος ή τον χωρισμό που θέλει να περάσεις από πολλά στάδια για να το ξεπεράσεις. Πικραίνεσαι, στενοχωριέσαι μετά ηρεμείς, μετά συζητάς, μετά πεισμώνεις και λες θα τα καταφέρω, είναι ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου είμαι πάρα πολύ χαρούμενος, αλλά δεν ξέρω ούτε μπορώ να σκεφτώ πως θα διαχειριστώ την επόμενη απόρριψη.

Είχες γύρω σου ανθρώπους που σε στήριζαν, που σε βοηθούσαν να μείνεις πιστός στο όνειρο σου;

Οι γονείς μου είναι τα δικά μου γερά θεμέλια. Από το 2010 έως τώρα είναι συνοδοιπόροι μου και είναι δίπλα μου σε όλα και στα καλά και στα άσχημα. Φυσικά, έχω και πολύ καλούς φίλους, τόσο από το σχολείο όσο και από το Πανεπιστήμιο.

Νοιώθεις ότι η άφιξη των «Άγριων Μελισσών» δικαίωσε τα χρόνια δουλείας και κούρασης σου;

Κοίταξε, εγώ αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι ότι μέσα από τη σειρά με είδαν κάποιοι σπουδαίοι θεατράνθρωποι και αντιλήφθηκαν ότι στον χάρτη του θεάτρου, υπάρχει και αυτή η πινέζα που λέγεται Ιωάννης Αθανασόπουλος. Όλο αυτό με λίγα λόγια μου έδωσε την ευκαιρία να πω «Είμαι και εγώ εδώ».

Ποιες είναι οι συμβουλές που θα έδινες στους επίδοξους ηθοποιούς;

Σίγουρα θα συμβούλευα όλα τα παιδιά να πάνε σε μία δραματική σχολή, θα καταφέρουν να δουν πολλές πτυχές του εαυτού τους. Τώρα, μετά το πέρας τον σπουδών η συμβουλή μου είναι υπομονή και γερό στομάχι.

Πως περνάς τον ελεύθερο σου χρόνο;

Μου αρέσει πολύ το τρέξιμο, το περπάτημα και έχω βάλει στόχο να ξεκινήσω γιόγκα.

Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία;

Το «Amour» του Michael Haneke.

Ποιον στόχο θα ήθελες να θέσεις μελλοντικά;

Θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω μία ταινία στον κινηματογράφο και επειδή μιλάω πολύ καλά ιταλικά, θα ήθελα να βρεθώ -για επαγγελματικό σκοπό- στην Ιταλία. Τέλος, θα ήθελα να γκρινιάζω λιγότερο. Βέβαια, γκρινιάζω με την γλυκιά την έννοια, μπορεί να γκρινιάξω για χαζά πράγματα, όπως το να βάλω πλυντήριο.

Στις σχέσεις σου πως είσαι;

Θεωρώ ότι είμαι πολύ δοτικός, πολύ στοργικός, ρομαντικός, δεν ζηλεύω και επίσης δεν μαγειρεύω, μου φαίνεται πολύ βαρετό. Γενικά, θεωρώ ότι είμαι ένας καλός σύντροφος, όποτε έχω σχέση. Μου αρέσει η συντροφικότητα όπως και η μοναξιά. Είχε πει ένας φίλος μου, ότι σε αυτό τον κόσμο ερχόμαστε και φεύγουμε μόνοι μας.

Στα Άδυτα της ζωής ενός ηθοποιού

(Μια συνέντευξη με τον Γιώργο Παρτσαλάκη)

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Χανιά, βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια, καθώς ένα θλιβερό γεγονός διατάραξε τις ισορροπίες στην οικογένεια του. Η απόφαση του, να ακολουθήσει την υποκριτική, ήταν κάτι σαν ένα ένστικτο και μια βαθιά επιθυμία, μια ανάγκη να επικοινωνήσει με τον κόσμο και να μεταδώσει την αγάπη και τις γνώσεις του, για το θέατρο. Θα έλεγε κάνεις, πως η καριέρα του και οι επερχόμενες επιτυχίες, ήταν η λύτρωση, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε.

Που γεννηθήκατε ;

Γεννήθηκα στη Νέα Χώρα των Χανίων στο σπίτι της μητέρας μου, ενώ το σπίτι του πατέρα μου, ήταν σε ένα χωριό των Χανίων, στα Καλουδιανά Κισάμου. Γεννήθηκα εκεί, διότι ο πατέρας μου, είχε φύγει από το χωριό τότε, για να πάει στα Χανιά, έτσι ώστε να κάνει μία δουλειά δική του. Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου απέτυχε επιχειρηματικά και γύρισε στο χωριό. Ουσιαστικά, γεννήθηκα εγώ και μετά από ένα-δύο χρόνια φύγαμε και πήγαμε στο χωριό, οπού και εκεί μεγάλωσα.

Ζήσατε ανέμελα παιδικά χρόνια; Πως ήταν η παιδική σας ηλικία;

Δυστυχώς, για εμένα δεν υπήρξαν ανέμελα χρόνια. Συνέβη ένα γεγονός πολύ σκληρό, για ένα παιδί 10 χρονών, καθώς έφυγε η μητέρα μου από τη ζωή. Αποτέλεσμα, ήταν τα παιδικά μου χρόνια, να γίνουν πάρα πολύ σκληρά, διότι στην Κρήτη, ο θάνατος είναι μία πολύ δύσκολη περίπτωση. Όλο αυτό, το βίωσα μαρτυρικά, θα έλεγα. Ο πατέρας μου, έμεινε μόνος του με 4 παιδιά. Μέχρι και το 1991, που έφυγε από τη ζωή, μας φρόντισε και τους τέσσερις, με όλη του τη δύναμη και για αυτό του χρωστάω τα πάντα. Λόγω αυτού του γεγονότος φυσικά, αναγκαστήκαμε να εργασθούμε και τα τέσσερα αδέλφια πολύ σκληρά, θα έλεγα ότι εργάζομαι από την στιγμή που γεννήθηκα.

Τελειώνοντας το σχολείο είχατε αποφασίσει για την πορεία και το μέλλον σας, ή ήταν κάτι που προέκυψε τυχαία;

Όχι, η αλήθεια είναι, ότι δεν είχα τίποτα τέτοιο στο μυαλό μου. Ο πατέρας μου και ο αδελφός μου είχαν στο μυαλό τους, να κάναμε μία δουλεία μαζί, επομένως με αυτό το σκεπτικό ανέβηκα και εγώ στην Αθήνα. Ζορίστηκα πολύ ανεβαίνοντας στην Αθήνα, διότι αναγκάστηκα μαζί με τον γαμπρό μου , να κάνω οικοδομικές εργασίες, καθώς χρήματα δεν υπήρχαν. Ξεκίνησα, να λατρεύω την υποκριτική,έχοντας στο μυαλό μου κάποιες ταινίες, που παίζονταν εκείνη την εποχή. Συνειδητοποίησα, ίσως από επιφοίτηση, ότι αυτό ήταν κάτι που με έκανε να νοιώθω καλά. Έτσι, άρχισα σιγά-σιγά, να πηγαίνω στο θέατρο μόνος μου, καθημερινά. Για μένα ήταν μία λύτρωση. Βέβαια, μετά από χρόνιά συνειδητοποίησα, ότι ο χαμός της μητέρας μου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση μου, να ακολουθήσω την υποκριτική. Για πολλά χρόνια το σπίτι μου, ήταν η προσωποποίηση ενός νεκροταφείου. Θέλοντας να πνίξω μέσα μου, αυτή την κατάσταση, άρχισα, στο χωριό, όπου γλέντι και χορός, να βρίσκομαι στημέση. Με αυτό τον τρόπο γινόμουν για λίγο ευτυχισμένος και συνειδητοποιούσα, ότι και οι άλλοι άνθρωποι περνούσαν καλά. Έτσι λοιπόν, αυτό το «πάρε – δώσε», το έκανα επάγγελμα. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μία αφετηρία, όταν αποφασίζουμε να κάνουμε κάτι, ο πυρήνας αυτής της αφετηρίας, ήταν για εμένα, η απώλεια την μητέρας μου.

Ποιες σπουδές ακολουθήσατε;

Βρέθηκα στη δραματική σχολή του Κατσέλη το 1971 και το 1973 αποφοίτησα.

Είχατε τη στήριξη και τη βοήθεια κάποιου προσώπου, καθ΄ όλη τη διάρκεια της πορείας σας ;

Ναι, είναι ένας άνθρωπος από το χωριό μου, ο οποίος δυστυχώς έχει φύγει από τη ζωή. Όταν του είπα πρώτη φορά «Θέλω να γινώ ηθοποιός», μου απάντησε «Μην τυχόν κωλώσεις και κάνεις πίσω. Αυτό που σκέφτεσαι, αυτό να κάνεις». Αυτός ο άνθρωπος με στήριξε αφάνταστα, του χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ και ελπίζω να το ακούει από εκεί ψηλά. Το όνομα του, ήταν Αντώνης.

Πόσο σας δυσκόλεψε το γεγονός, ότι αποφασίσατε να δραστηριοποιηθείτε στο χώρο της υποκριτικής, μέσα σε μία εποχή, όπου έζησαν τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα ονόματα του θεάτρου, στην Ελλάδα ;

Αυτό ήταν και η ευτυχία. Βρέθηκα με σπουδαίους ανθρώπους και ήμουν πολύ τυχερός, γιατί μόνο μπορούσα, να κερδίσω πράγματα από αυτούς. Για εμένα, το θέατρο, είναι οι ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου, έξω βέβαια από τις στιγμές που έχουν σχέση με τα δύο μου παιδιά. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, ούτε αναμετρήθηκα με κανέναν, ούτε προσπάθησα ποτέ, να ξεπεράσω κανέναν. Στόχος μου ήταν, να λυτρωθώ εγώ, πάνω στη σκηνή και να είμαι ευτυχισμένος. Μάλιστα, ο Ελύτης λέει κάπου «Ο καθείς και τα όπλα του». Έτσι, για εμένα η εποχή που δραστηριοποιήθηκα στο θέατρο, ήταν μόνο ευλογία.

Ποια ήταν η πρώτη εμφάνιση σας στο θέατρο ;

Η πρώτη μου εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1973, στο κλασσικό θέατρο Ρόδου. Εκεί γίνονταν κάποιες παραστάσεις αρχαίου δράματος, ο «Οιδίπους Τύραννος» και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Σε αυτές τις παραστάσεις, εγώ συμμετείχα στον χορό.

Αλήθεια, πως προέκυψαν και οι επόμενες συνεργασίες σας, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο ;

Μετά από αυτές τις παραστάσεις στη Ρόδο, με κάλεσε η πατρίδα, τον Οκτώβρη του 1973, να υπηρετήσω και μακροημέρευσα πολύ στο στράτευμα, καθώς πέρασαν 28 μήνες, για να απολυθώ. Τον Φλεβάρη του 1976, βρέθηκα στην Αθήνα πολίτης και πήγα στον δάσκαλο μου, τον Κατσέλη, προκείμενου, να με βοηθήσει να προχωρήσω επαγγελματικά στο θέατρο. Ο Κατσέλης και η γυναίκα του, είναι δύο άνθρωποι, που πίστεψαν πάρα πολύ σε εμένα και στις δυνατότητες μου. Τον καιρό εκείνο, γίνονταν στο θέατρο Κρήτης μια παράσταση, η «Πανώρια» του Βολτάτζη. Με διάφορες αλλαγές, που έγιναν στη διανομή, βρέθηκα από εκεί, που ήταν να κάνω έναν ιερέα με μια σελίδα κείμενο, να κάνω τον έναν, από τους δύο βασικούς αντρικούς ρόλους. Τον Ιούνιο του 1976, κάναμε πρεμιέρα στο Ρέθυμνο και όλοι σχολίασαν και εκτίμησαν τη δουλειά μου. Νοιώθω υπερήφανος, που αυτό που έκανα, το έκανα καλά, και που το αντιλαμβάνονταν.

Θεωρείτε, ότι υπήρξε κάποιο θεατρικό έργο, κάποια κινηματογραφική ταινία, η τηλεοπτική σειρά, που να στιγμάτισε, τόσο την  καριέρα σας, όσο και εσάς τον ίδιο σαν άνθρωπο;

Η καριέρα μου στιγματίστηκε από την πρώτη μου παράσταση την «Πανωρια» του Βολτάτζη, η οποία ήταν ουσιαστικά η 3η , γιατί αρχικά είχα πάει στην Ρόδο. Όταν η παράσταση ανέβηκε, από την Κρήτη, όπου αρχικά παίζονταν, στον Λυκαβηττό βρέθηκα ανάμεσα σε ονόματα, που είναι η προσωποποίηση ολόκληρου του ελληνικού θεάτρου, ο Πέλος Κατσέλης, η Αλέκα Κατσέλη, ο Μάνος  Κατράκης, ο Αλέξης Μινωτής και άλλοι. Μάλιστα, ο Μινωτής που ήταν διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, είπε ορισμένα ιδιαίτερα κολακευτικά πράγματα για εμένα. Έτσι λοιπόν, βρέθηκα στο Εθνικό Θέατρο και ξεκίνησα μια ακόμα σπουδαία συνεργασία. Αυτό, ήταν το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή μου και οφείλεται στον Μιχάλη τον Κούκλη, που σκηνοθέτησε το έργο. Με τι αλλαγές, που έκανε στη διανομή, ρίσκαρε, μου έδωσε την ευκαιρία και με έβγαλε στο προσκήνιο, με αποτέλεσμα να βρεθώ για 15 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο, να παίξω στην Επίδαυρο σπουδαία έργα και τελικά οτιδήποτε είμαι, σαν ηθοποιός, να το χρωστώ σε αυτή την παράσταση. Φυσικά όλα αυτά, κακά τα ψέματα, είναι και θέμα τύχης, βρέθηκα την στιγμή που έπρεπε, στο σωστό σημείο.

Κάποια στιγμή μπήκε στη ζωή σας και το επιχειρηματικό κομμάτι, καθώς ανοίξατε ένα κρητικό εστιατόριο στη Γλυφάδα; Πως πήρατε αυτή την απόφαση, δεδομένου του τεράστιου ρίσκου, που ενέχουν τέτοιες επιχειρηματικές κινήσεις.

Είμαι ένας άνθρωπος, που έχω μεράκι για κάποια πράγματα, με την Κρήτη είμαι πολύ δεμένος, έχω τρελά. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο αποφάσισα, το 2008, να φέρω την Κρήτη στην Αθήνα, ανοίγοντας ένα απολύτως κρητικό εστιατόριο. Η αλήθεια είναι, ότι είμαι υπερβολικός σε όλες μου τις εκφράσεις και εκφάνσεις, έτσι το έκανα πολύ μεγάλο, δίνοντας πάρα πολλά χρήματα. Επειδή, όμως δεν έχω καμία σχέση με το επιχειρείν και έπεσα στην εποχή των μνημονίων και της οικονομικής καταστροφής της Ελλάδας, διαλυθήκαν τα πάντα. Για εμένα δεν πτώχευσα εγώ, αλλά η Ελλάδα. Εκείνη λοιπόν την περίοδο αποφάσισα, ότι θέλω να φύγω στην Κρήτη, γιατί δεν άντεχα άλλο την πίεση. Ήταν λάθος μου, να κάνω αυτή την επιχειρηματική κίνηση, δεν είχα κανένα λόγο. Παρ’ όλα αυτά νοιώθω υπερήφανος για αυτό που έκανα, το έκανα με πολλή αγάπη.

Πως αποφασίσατε να επιστρέψετε και πάλι στην Αθήνα ;

Κάποια στιγμή κουράστηκα εκεί, δεν ήθελα να μείνω άλλο στο χωριό, ήθελα να επιστρέψω στη δουλειά μου. Ανέβηκα λοιπόν στην Αθήνα, έκανα ένα τηλεφώνημα με τον Μανώλη τον Μανουσάκη, ξεκίνησα μια θεατρική παράσταση στον Ακάδημο και από εκεί και πέρα, ξεκίνησαν και πάλι οι παραστάσεις στη ζωή μου.

Θα ήθελα να μου πείτε λίγα λόγια για τη συμμετοχή σας στο «Τατουάζ» μετά από αρκετά χρόνια αποχής από την τηλεόραση, αλλά και για τη συνεργασία σας με τον Α. Γεωργίου;

Αυτή η συνεργασία ξεκίνησε, καθώς είχα βρεθεί στην εκπομπή «The 2night show» του Γρηγόρη Αρναούτογλου. Εκεί, με βρήκε ο Κούλης Νικολάου, που είχε αναλάβει και την παραγωγή του «Τατουάζ» και με αυτό τον τρόπο, ξεκίνησε η συνεργία μας, η οποία κράτησε 2 χρόνια με αυτή τη σειρά.

Ποια είναι τα σχέδια σας για τη νέα σεζόν και οι ελπίδες σας για το μέλλον, όσον  στο χώρο του θεάτρου στην Ελλάδα, αλλά και όσον αφορά την ζωή σας;

Έχω ήδη ξεκινήσει τα γυρίσματα μιας άλλης σειράς, επίσης με τον Κούλη Νικολάου στην παραγωγή, τον Ανδρέα Γεωργίου στην σκηνοθεσία και την Βάνα Δημητρίου στο σενάριο. Η σειρά αυτή ονομάζεται «Οκτώ Λέξεις» και ξεκινάει 8 Σεπτεμβρίου στον ΣΚΑΪ. Επίσης, έχω ξεκινήσει πρόβες για το θέατρο Αλάμπρα, το οποίο ξαναφτιάχνεται εκ θεμελίων και θα χωρά τουλάχιστον 400 ανθρώπους. Εκεί λοιπόν με τη Βάσια Παναγοπούλου, θα κάνουμε το «Ξενοδοχείο Παράδεισος» του

του Ζορζ Φεϊντό.

Τι σημαίνει για εσάς το θέατρο;

Το θέατρο είναι Πολιτισμός, τέχνη επικοινωνίας και μια σημαντική υπόθεση για την κοινωνία.

Ποιο είναι για εσάς το μυστικό της επιτυχίας, ενός καλού ηθοποιού;

Εάν κάποιος νοιώθει την ανάγκη, να δώσει μέσα από την ψυχή του πράγματα, που θα κάνουν άλλους ανθρώπους χαρούμενους και ευτυχισμένους, ή θα τους κάνουν να σκεφθούν περισσότερο, μπορεί να ακολουθήσει το θέατρο, γιατί το θέατρο, είναι η κατεξοχήν τέχνη της επικοινωνίας. Αν κάποιος θέλει να γίνει ηθοποιός, για να γίνει αναγνωρίσιμος ή γιατί θέλει βγάλει χρήματα, αυτά είναι πράγματα που δεν αφορούν το θέατρο, αφορούν προσωπικές συμπεριφορές, που πολλές φορές φτάνουν σε γελοιότητες. Η τηλεόραση, έχει αλλοιώσει αρκετά τα πράγματα. Αδιαμφισβήτητα, είναι ένα μέσο σπουδαίο και σημαντικό, αλλά είναι και επικίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια, η τηλεόραση έχει καλύψει τα πάντα, και γίνονται πολλά πράγματα, που δεν είναι σοβαρά. Μόνο το θέατρο μπορεί, να οικοδομήσει έναν ηθοποιό, τα χιλιόμετρα πάνω στη σκήνη, ένας λόγος, ένα κείμενο.

Για εμένα, αν στη ζωή σου θεωρείς, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο και το θέατρο, είναι το μοναδικό, που μπορείς να κάνεις, τότε να το κάνεις. Είτε αποτύχεις, είτε πέτυχες, δεν έχει καμία σημασία, έχεις δικαίωμα και στα δυο.